29 Ιαν 2014

Αλλουνού παπά αλλαντικά

Εχω τρομερό πονοκέφαλο από τη μια κι απ’ την άλλη θέλω να σου πω μια ιστορία με παπά, τυριά, σουπερμάρκετ και την εργατική την τάξη, που φοβάμαι από τη μια ότι, άμα περιμένω λίγο να περάσει ο πονοκέφαλος, θα την έχω ξεχάσει κι από την άλλη, αμα κάτσω να σου την γράψω έτσι, θα βγει χάλια, σκατά, θα είναι πολύ χαμηλά της επισκεψιμότητας τα ποσοστά, διότι εγώ τα κοιτάω στα κρυφά τα στατιστικά, όπως κρυφά κοιτούσα, με το δεξί μου μάτι, το καλό, τον παπά που στεκόταν δεξιά μου, εκ δεξιών του κυρίου δηλαδή, όπου κύριος είμαι εγώ, δυστυχώς, τώρα πια στα 35, κύριο με αποκαλούν οι υπάλληλοι στο σούπερμάρκετ όταν πάω να ψωνίσω, τι θέλετε κύριε; μου λένε κι εγώ κοιτάζω τριγύρω να δω ποιον εννοούν, μήπως τον παπά που λοξά έβλεπα, με το δεξί μου μάτι, δηλαδή στραβοκοιτώντας τον, μη σου πω κοιτώντας τον με μισό μάτι, διότι και από το δεξί δεν βλέπω καλά, από το δε αριστερο, άστα χάλια δεν βλέπω καθόλου, και παρήγγελνε αλλαντικά ο παπάς στον υπάλληλο στο ψυγείο του σούπερμάρκετ, ευτυχώς στο ψυγείο ήταν τ’ αλλαντικά και όχι ο υπάλληλος, αν και θα μπορούσαν τ’ αφεντικά να το σκαρφιστούν και αυτό, να έχουν εις το ψυγείο και τον υπάλληλον διά να διατηρείται καλύτερα και σε καλύτερη φόρμα αλλά και να διαρκεί περισσότερο, θα μπορούσαν δε να προσλαμβάνουν και υπαλλήλους συντηρητικούς, των οποίων ο συντηρητισμός θα λειτουργούσε εν είδει συντηρητικού ώστε να διαρκεί περισσότερο του περισσοτέρου η αποδοτικότης του εν ψυγείω ευρισκομένου υπαλλήλου, και παρήγγελνε τυριά και ζαμπόνια ο ιερεύς, όμως δεν ήξευρε ποία ακριβώς μάρκα ήθελε και γυνή οπισθίως του ιερέως, την οποία ωστόσο με τη λοξή, μισή, δεξιά μου ματιά δεν ημπόρεσα να καλοθωρήσω και να επιθεωρήσω, του εψιθύριζε ως υποβολέας (ή μήπως υποβολίνα; ή μήπως υποβολεαίνα; ή υποβόλισσα;) την μάρκα που ήθελε και ο υπάλληλος, ο οποίος είναι καινούργιος εις το σούπερμάρκετ και παρά το προχωρημενο της ηλικίας του είναι εμφανώς άπειρος από τη συγκεκριμένη δουλειά, σουπερμάρκετ και κόψιμο αλλαντικών, έκανε χαρκατηριστική υπομονή, “ποιο ζαμπόν να σας κόψω, άγιε πατέρα” και τα σχετικά, και είπα μέσα μου “ενας ακόμη χριστιανός στο ψυγείο”, όμως όταν εδέησε, αφού μας ηυλόγησε, να φύγει ο ιερεύς μετά της γυναικός, η οποία εστέκετο οπισθίως του, στραβοκοίταξε και ο εν ψυγείω υπάλληλος τον απελθόντα ιερέαν και τα οπίσθια της οπισθίως του ιερέως γυναικός και αναρωτήθηκε φωναχτά “τώρα ετούτη κόρη είναι του παπά; ή γυναίκα του; όμορφη πάντως! αχ και να ήμουν κι εγώ παπάς, θα είχα τα τρία μου χιλιάρικα και αυτήνα για γυναίκα, αλλά βλέπετε, κύριε,” (σε μένα πήγαινε αυτό το “κύριε”) “πήρα λάθος αποφάσεις στη ζωή μου και τώρα βρέθηκα εν ψυγείω και εν σουπερμάρκετι”.

27 Ιαν 2014

Χαζεύω

Είναι κατι απλήρωτοι φονιάδες
Που σκοτώνουν τον χρόνο
Με αργό σουλατσό στο κέντρο της πόλης
Με σαδισμό πισώπλατα χτυπούν
Καθώς από δίπλα περνάει
Παράπλευρη απώλεια όμως
Και αθώο θύμα
Η ζωή τους η ίδια που μάταια κυλάει

Γαμωδία

Είχε το μυαλό του κάπου αλλού και δεν αντιλήφθηκε την πλεκτάνη πίσω από την πλάτη του, αφοσιωμένος εξολοκλήρου σε πράγματα καθημερινα, ένα παντελόνι, παπούτσια, ενας σκληρός δίσκος εξωτερικός, αν και από τα κκε προτιμούσε το εσωτερικού, φασολάκια, τράπεζα, λογαριασμός του νερού, και καθόλου μα καθόλου δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν πίσω από την πλάτη του, γύρω του και κάτω από τα πόδια του, γιατί είχε ήδη χάσει τη γη κάτω απ' αυτά, και πατούσε σε καλώδια, του πολύπριζου, του υπολογιστή, του ποντικιού, των ηχείων, του φορτιστή, λάπτοπ και κινητού, των σκληρων δίσκων εξωτερικού, που δεν άντεξαν άλλο να ζουν κάτω από τον βαρύ -114 κιλά μετρημένα προτού χαλάσει η ζυγαριά κι ακόμη να την αντικαταστήσει- ζυγό του: συνασπίστηκαν κρυφά, ενωμένα γίναν ένα μακρύ καλώδιο ανθεκτικό και δολίως σχημάτισαν αγχόνη.
Όταν από τη μυρωδιά αηδίας πήραν πρέφα το πτώμα οι γειτόνοι, αφού είπαν καλά να πάθει που δεν ήθελε τις κάμερες ασφαλείας εντός της πολυκατοικίας, καλέσαν την αστυνομία που απεφάνθη πως επρόκειτο για διά απαγχονισμού αυτοκτονία κι έτσι τη γλιτώσαν τα καλώδια δολοφόνοι.