30 Ιουν 2012

Η αηδία ενός αειδικού


Τι σνομπαρία, τι υπέροχος ελιτισμός, σκέφτηκα τελειώνοντας το «Στο καλό μυθιστόρημα» της Λοράνας Κοσέ, ουσιαστικά ασπαζόμενος τις αριστερίστικες απόψεις κατά του βιβλιοπωλείου του Ιβάν και της Φραντσέσκας, που φιλοξενούσε μόνο καλά μυθιστορήματα, τα οποία κάποιοι ειδικοί επέλεξαν. Απ’ την άλλη όμως, επρόκειτο για ένα ξεκάθαρα αντιεμπορικό (αν και όχι αντιεμπορευματικό) εγχείρημα, μακριά από το μάρκετιγκ της λογοτεχνίας, τις κλίκες, τις επιταγές των εκδοτικών οίκων, μακριά από τη λογική των ευπώλητων.
Αρχίδια, στην πραγματικότητα πρόκειται περί πλαστού διλήμματος και ψεύτικου διπόλου: τα καλά μυθιστορήματα, συχνά, πολύ συχνά, είναι και ευπώλητα και καθόλου δεν μας πειράζει αυτό. Αλλωστε το ίδιο το βιβλίο της Κοσέ, και προώθησης έτυχε και νομίζω πως πούλησε αρκετά. Και δικαίως. Κι επιμένω: κανείς δεν είναι αρμοδιότερος για να μου προτείνει «καλό μυθιστόρημα» από μένα τον ίδιο. Ούτε με τους «ειδικούς» ούτε με τους «εμπορικούς».
Υπάρχει το καλό μυθιστόρημα που αγαπά και σέβεται τον αναγνώστη και υπάρχει και το καλό μυθιστόρημα που έχει γραμμένο στα αρχίδια του τον αναγνώστη. Όσο παλεύω, γιατί περί πάλης πρόκειται, με το μπολανικό 2666, διαβάζω διάφορα άλλα μυθιστορήματα, εν είδει διαλείμματος, πχ το «Τρία δωμάτια στο Μανχάταν» του Σιμενον, απολαυστικό, ατμοσφαιρικό, νουάρ αλλά όχι αστυνομικό, που με άφησε με κάποια απορία για των ηρώων του την ψυχολογία, και μετά το «Στο καλό μυθιστόρημα» της Λοράνς Κοσέ, υπέροχο, πραγματικά ευκολοδιάβαστο, με το πλεονέκτημα να λειτουργεί και ως μελλοντικός αναγνωστικός οδηγός χάρη στους συγγραφείς και τους τίτλους που αναφέρονται διάσπαρτοι σε όλο το μυθιστόρημα και υπάρχουν συγκεντρωμένοι στο τέλος, τόσο ευκολοδιάβαστο, λοιπόν, που σε κάνει να αναρωτιέσαι και να αμφιβάλλεις για την πραγματική του αξία, ειδικά αν το αντιπαραβάλλεις με τον δύστροπο και σπασαρχίδη Μπολάνιο. Όχι, πραγματικά, θέλω να ρωτήσω όσους έχουν διαβάσει το 2666: δεν κόψατε φλέβα με τον Αμαλφιτάνο; Δεν τα πήρατε στην κράνα με τα (ενίοτε, ομολογώ, σπαρταριστά) στοιχεία περί Αραουκανών, οι οποίοι, δεινοί θαλασσοπόροι, ταξίδευαν στην Ινδία, στην Ελλάδα, στην πρωτόγονη Γερμανία, είχαν μια γλώσσα από κόμπους και μια άλλη από τρίγωνα και κατά βάση ήταν τηλεπαθητικοί; Βρήκατε ενδιαφέρον στην ανάλυση και τη σύγκριση της πυκνότητας του νερού στη Σάντα Τερέσα και στη Βαρκελώνη; Ή στο πόσες φορές την ημέρα βούρτσιζε τα δόντια του ο Αμαλφιτάνο και πόσες η κόρη του (επτά η κόρη, αν έχετε την απορία). Λιμπιστήκατε μήπως τα σάντουιτς που ήταν ή με τόνο ή με ζαμπόν, ή με μαρούλι ή με ντομάτα, ή με μαγιονέζα ή με κόκκινη σάλτσα;
Τα ‘χω πάρει, λέμε. Αλλά δεν πτοούμαι. Χρόνο ελεύθερο έχω. Ή τώρα ή ποτέ. Τις προάλλες ένα φίλος μου έλεγε για τις ώρες που έχασε διαβάζοντας ένα άλλο πάγκοινως αποδεκτό ως αριστούργημα, τον «Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μουζίλ, όπου δεν συμβαίνει, μου είπε έξαλλος στο τηλέφωνο, ΤΙΠΟΤΑ. Επόμενος σταθμός, θα είναι αυτό. 

28 Ιουν 2012

Φόβος δεν είναι μόνο τα φαντάσματα


Τα ήσυχα καλοκαιρινά βράδια, όταν το μόνο που ακούγεται είναι το θρόισμα του ανεμιστήρα και το μακρινό επίμονο βουητό των κλιματιστικών, όταν από τα ανοιχτά παράθυρα ακούγονται καταιγιστικές οι διαφημίσεις της τηλεόρασης, που μόνο αυτή φωτίζει τα σκοτεινά δυάρια, αυτή τη στιγμή που κανονικά θα έπρεπε να νιώθει ηρεμία, κάθεται στα σκοτεινά και ιδρώνει, με την αγωνία του να φουντώνει, αναμένοντας θαρρείς την επόμενη στιγμή κάτι φρικτό να συμβεί, θες να του κοπεί ξάφνου η αναπνοή, θες η πόρτα να βροντήσει και να μπουκάρουνε τα ΜΑΤ και οι ασφαλίτες, θες να κτυπήσει το τηλέφωνο μ’ ένα δυσάρεστο νέο, θες μια έκρηξη κάπου εκεί κοντά, ένα αεροπλάνο να πέφτει, η Γη να σκίζεται στα δυο, θες η Δευτέρα παρουσία με το θηρίο να σκορπά τον πανικό, σταγόνα-σταγόνα γεμίζει κουβάδες φόβου, τους καταψύχει και τους βγάζει μια στο τόσο στο σφυρί, μισοτιμής, μα δεν αγοράζει κανείς. 

27 Ιουν 2012

To fast track του σαλιγκαριού δρομέα


Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας, η παλάμη ιδρωμένη έσφιγγε το 45άρι, τα μάτια, κουμπότρυπες, μάταια ψάχναν στο σκοτάδι να διακρίνουν τον στόχο, στ’ αυτιά του φθάνανε βογγητά και στεναγμοί όχι πόνου αλλά ηδονής, ένιωθε τον ανδρισμό του να φουσκώνει, το σάρκινο σπαθί του έτοιμο να βγει απ’ το θηκάρι, το βέλος του έρωτα να βγαίνει απ’ τη φαρέτρα, ήταν τύπος ακουστικός, του άρεζε όχι να βλέπει αλλά ν’ ακούει τα κορμιά των εραστών να ενώνονται στο σκοτάδι, στο κινητό του πήρε ένα μήνυμα, «θυμήσου τα σαλιγκάρια», πάγωσε, έμεινε στήλη άλατος, παυλοπούλησε, φυσικά δεν είχε ξεχάσει το παλιό του σχέδιο, αναπτυξιακό, εναλλακτική καλλιέργεια με ολίγη από νέες τεχνολογίες που το ‘χανε βάλει μπρος δυο τύποι στους οποίους το είχε σε κατάσταση μέθης τον καιρό της κρίσης εκμυστηρευτεί, ο ένας βρισκόταν στο Ηράκλειο και ο άλλος στα Χανιά, καλλιεργούσαν σαλιγκάρια, όχι ό,τι κι ό,τι, σαλιγκάρια δρομείς μεγάλων αποστάσεων, ξεκινούσανε την κούρσα, ο καθείς απ’ την πόλη του με τα σαλιγκάρια του, και είχε στηθεί μια διαδικτυακή πλατφόρμα στοιχήματος σε πραγματικό χρόνο και με αποδόσεις που αλλάζουν κάθε λεπτό, ποιο σαλιγκάρι θα τερματίσει πρώτο, με μικρονανοκάμερες του συστήματος πέη περ βιού πάνω στην πλάτη τους να μεταδίδουν την πορεία του κάθε σαλιγκαριού ξεχωριστά, αλλά και να μεταφέρουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη τις ομορφιές της πατρίδος μας, προς όφελος του καταταλαιπωρημένου από τον ΣΥΡΙΖΑ τουρισμού, το ινοβέησιον αυτό χάρη στα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούσε ένα σχετικό μπαζ εκμεταλλευόμενο τη σχετική αντιπαλότητα που υπάρχει μεταξύ των δύο πόλεων, Χανιών και Ηρακλείου, οπότε σταδιακά και ανάλογα με τα αποτελέσματα το σταρτάπ αυτό μπορεί να επεκταθεί και σε αντίστοιχα ζεύγη πόλεων, πχ Αθήνα – Θεσσαλονίκη, αλλά και διεθνώς, για παράδειγμα, σαλιγκοδρομίες Παρίσι – Λονδίνο, όπου χρειάζεται μια πιο εξειδικευμένη καλλιέργεια όχι μόνο σαλιγκαριών δρομέων μεγάλων αποστάσεων αλλά και σαλιγκαριών κολυμβητών που θα περνούν το στενό της Μάγχης, είχε πάλι ενθουσιαστεί και απορροφηθεί με τη μεγαλοφυή του ιδέα, δεν άκουσε τα βήματα που πλησίασαν στα σκοτεινά, ένιωσε μόνο το παγωμένο μέταλλο ενός όπλου στο σβέρκο, ίσα που πρόλαβε ν’ ακούσει τον πυροβολισμό, έπεσε νεκρός σαν σαλιγκάρι στον τερματισμό.