30 Σεπ 2011

Το υπερεγώ σε μπαρότσαρκα


Τέθηκε, κατά την πρόσφατη περιοδεία μου στα μπαρ της πρωτευούσης, το ζήτημα του υπερεγώ. «Φυσικά, ξέρεις τι είναι το υπερεγώ» μού είπανε, και φυσικά, καθότι γουαναμπί ξερόλας, κούνησα καταφατικά, κατανοητικά και στοχαστικά το κεφάλι στο ρυθμό της μουσικής πιστεύοντας ότι δείχνω τρομερά κουλ και αυτοπεποίθησμένος και κερδίζοντας ούτως τον απαραίτητο χρόνο ώστε αστραπιαία να κάνω τον εξής συλλογισμό «υπερεγώ, εγώ είμαι άνθρωπος, άρα υπερεγώ είμαι υπεράνθρωπος, δηλαδή σούπερμαν, άρα για κόμιξ μιλάμε, εντάξει, δεν το πολυέχω το θέμα, αλλά  σιγά μην το παραδεχτώ»: «Μα και φυσικά ξέρω τι είναι υπερεγώ», απάντησα και άδειασα το ποτήρι μου νιώθοντας την ενοχή για το ψέμα και για την άγνοιά μου να κάνει άγριο σεξ με το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού στο στομάχι μου.  
Τέθηκε επίσης, σε πρόσφατη περιοδεία μου στα βιβλιοπωλεία της συμβασιλευούσης, το ζήτημα του σταλινισμού του κυρίου Σλαβόι Ζίζεκ. Ηταν πολύ πειστικός, πιεστικός, σχεδόν καταπιεστικός ο συνομιλητής μου: «Είναι σταλίνας, πάει και τελείωσε». Κουνούσα καταφατικά, κατανοητικά και στοχαστικά το κεφάλι μου στον psychedelic trance ρυθμό των λέξεων που εκτοξεύονταν από το στόμα του, νιώθοντας την ενοχή για την άγνοιά μου, ντυμένη με δερμάτινα, να μαστιγώνει το δύστυχο στομάχι μου.
Ένα σκονισμένο, οικιακό αντίτυπο του ζιζεκικού «Λακάν» γράφει: «Το υπερεγώ είναι πραγματικό, ο σκληρός και ακόρεστος φορέας που με βομβαρδίζει με απαιτήσεις μη πραγματοποιήσιμες και κατόπιν εμπαίζει τις αδέξιες προσπάθειές μου να τις ικανοποιήσω, ο φορέας στα μάτια του οποίου γίνομαι όλο και περισσότερο ένοχος, όσο πιο πολύ προσπαθώ να καταπιέσω τις ‘αμαρτωλές’ μου αντιδράσεις και να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις μου. Το παλιό κυνικό σταλινικό μότο για τους κατηγορούμενους στις εικονικές δίκες που υποστήριζαν ότι ήταν αθώοι (‘όσο πιο αθώοι είναι , τόσο πιο πολύ τους αξίζει να τους εκτελέσουν’) εκφράζει το υπερεγώ στην πλέον αμιγή του μορφή». Και λίγο παρακάτω: «Η ενοχή που βιώνουμε υπό την πίεση του υπερεγώ δεν είναι ψευδαίσθηση, είναι πραγματική, το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί να είναι κανείς ένοχος είναι το να έχει υποχωρήσει ως προς την επιθυμία του».   
Γουάου. Κατάλαβα: Παλιά είχα ας ατάκα προσέγγισης γυναικών στα μπαρ το «Ποια η γνώμη σου για την καντιανή φιλοσοφία;». Πλέον θα το αντικαταστήσω από το «Το υπερεγώ σου με τρελαίνει». Πιο άμεσο και πιο κατανοητό, πιστεύω.

Αφιονισμοί (1)


  • Νέες επαγγέλματα δημιουργεί το ΠΑΣΟΚ: επάγγελμα καυλοπληρωτής, δηλαδή ο πολίτης ο οποίος πληρώνεται για να πληρώνει τις γκαύλες του ΠΑΣΟΚ και των τραπεζών.  


  • Η τζαζ είναι το καταφύγιο του ατάλαντου μουσικού, που έλεγε ο Τόνι Γουίλσον, αλλά και το καταφύγιο των ταλαντούχων συγγραφέων. Ειδικά του νουάρ.

  • Το νουάρ είναι προπαγανδιστικό μέσο των βιομηχανιών καπνού και αλκοόλ: όλοι όλο πίνουν και καπνίζουν τα πάντα.

  • Πράκτορας της καπνοβιομηχανίας και η νουβέλ βαγκ. Πολύς καπνός, ωραία μουσική, άψογο στιλ, όμορφες πρωταγωνίστριες.

  • Γεωμετρικά ημιμαθής όμως η νουβέλ βαγκ. Το μόνο σχήμα που γνώριζε ήταν το τρίγωνο και δη το ερωτικό. Ούτε καν το Πανοράματος.

27 Σεπ 2011

Περιέχει σπόιλερ για κακομαθημένα καθάρματα


 Πριν από κάνα μήνα, θαρρώ, ο φίλτατός Εξόριστος στο Βερολίνο (νομίζω, μπορεί και να κάνω λάθος) με ρώτησε εάν έχω διαβάσει κάνα βιβλίο του Κώστα Καλφόπουλου. Εσπευσα να διορθώσω την μέχρι τότε παράλειψή μου με την ανάγνωση της απολαυστικής νουβέλας του «Ένα παράξενο καλοκαίρι» (εκδ. Αγρα). Παρά το μικρό μέγεθος και το ταπεινό των προθεσεών του (αμφότερα ωστόσο τα θεωρώ πλεονεκτήματα), το βιβλίο, χάρη στην πληθώρα αναφορών σε ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία (ποδηλατικός γύρος της Γαλλίας, Μπααντερ Μάινχοφ, Κάρλος το Τσακάλι, υπόθεση Ντουφτ-Μπασενάουερ, εβραίοι της Θεσ/νίκης, ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και τραγούδια) τα οποία συνοδεύονται με τις ανάλογες υποσημειώσεις, επιτείνει και αυξάνει την αναγνωστική απόλαυση παραπέμποντας τον φιλομαθή αναγνώστη σε παράλληλες αναγνώσεις, αναζητήσεις στο γκουγκλ ή σε αρχεία εφημερίδων.
Προσωπικά στάθηκα κάπως παραπάνω στην ατάκα «η πολιτική ως επάγγελμα, έτσι δεν έλεγε ο Βέμπερ;». Είναι μια τόσο σύντομη αναφορά άνευ υποσημειώσεως στη σκηνή-κλειδί της ιστορίας, όπου όλα έρχονται στο φως, μια αναφορά σε παλιούς συντρόφους που την πολιτική την κάναν μπίζνες και θησαύρισαν. Στον Μαξ Βέμπερ έχω μια αδυναμία, παρότι είναι της «άλλης πλευράς», γιατί δικό του είναι ένα απ’ τα ελάχιστα θεωρητικά βιβλία που έχω διαβάσει «η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού», το οποίο μ’ εντυπωσίασε όταν το διάβασα και μετά το ξέχασα και δεν ενθυμούμαι τίποτε από δαύτο πλην του εντυπωσιασμού που μου προκάλεσε. Οπότε διάβασα και την «Πολιτική ως επάγγελμα», μικρό στο μέγεθος επίσης, ευτυχώς, απ’ το οποίο αντιγράφω κάποιες σκόρπιες παρατηρήσεις για τους επαγγελματίες πολιτικούς. (Και για όσους δεν το κατάλαβαν, τους πασόκους έχω στο μυαλό μου.)

«Επαγγελματίες πολιτικοί», με ένα δεύτερο νόημα, δηλαδή άνθρωποι που δεν επιθυμούσαν να γίνουν ηγέτες οι ίδιοι, όπως οι χαρισματικοί ηγέτες, αλλά εισήλθαν στην υπηρεσία των πολιτικών κυρίων. Έθεσαν εαυτούς στη διάθεση των ηγεμόνων κατά τον προαναφερθέντα αγώνα, αντλώντας από την πολιτική των ηγεμόνων υλικό βιοτικό πορισμό αφ’ενός και ένα ιδεώδες βιοτικό περιεχόμενο αφ’ετέρου.
[…] Ο επαγγελματίας πολιτικός που ζει «από» την πολιτική μπορεί να είναι απλός «προσοδευματούχος» ή μισθωτός «υπάλληλος». Τότε, είτε απολαμβάνει έσοδα από τέλη και ‘τυχερά’ για συγκεκριμένες υπηρεσίες – τα φιλοδωρήματα και τα χρήματα δωροδοκίας είναι μόνον ένα ακανόνιστο και τυπικά παράνομο είδος αυτής της κατηγορίας εσόδων – είτε σταθερό εισόδημα σε είδος ή χρηματικό μισθό, ή παράλληλα και τα δύο. Μπορεί να προσλάβει το χαρακτήρα «επιχειρηματία», όπως ο μισθοφόρος ή ο μισθωτής ή ο αγοραστής ενός αξιώματος του παρελθόντος, ή όπως ο […] κομματάρχης που αντιμετωπίζει τα έξοδά του ως κεφαλαιακή επένδυση την οποία καθιστά προσοδοφόρα μέσω εκμετάλλευσης της επιρροής του. Είτε, όμως, μπορεί να λαμβάνει σταθερό μισθό, όπως ένας δημοσιογράφος ή ένας γραμματέας του κόμματος, ένας σύγχρονος υπουργός, ή ένας πολιτικός υπάλληλος. […] Ο πολιτικός δημοσιολόγος, και προπάντων ο δημοσιογράφος είναι στην εποχή μας ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του δημαγωγικού είδους. […] Ο εργάτης της δημοσιογραφίας αποκτά όλο και λιγότερη και ο κεφαλαιοκράτης άρχοντας του Τύπου […]  αποκτά όλο και περισσότερη πολιτική επιρροή.
«Επαγγελματίες» πολιτικοί εκτός των κοινοβουλίων παίρνουν την επιχείρηση (τον πολιτικό μηχανισμό) στα χέρια τους. Είτε ως «επιχειρηματίες» […] είτε ως υπάλληλοι με πάγιο μισθό. Τυπικά πραγματοποιείται ευρύς εκδημοκρατισμός. Τα καθοριστικά προγράμματα δεν συγκροτούνται πλέον από την κοινοβουλευτική ομάδα […] αλλά οι συνελεύσεις των οργανωμένων κομματικών μελών επιλέγουν τους υποψήφιους και ορίζουν εντεταλμένα μέλη στις συνελεύσεις ανώτερου επιπέδου, εκ των οποίων πιθανώς υπάρχουν αρκετές μέχρι το γενικό «κομματικό συνέδριο». Κατ’ ουσίαν, όμως, η δύναμη βρίσκεται στα χέρια εκείνων που επιτελούν διαρκώς εργασία εντός της πολιτικής επιχείρησης, ή στα χέρια εκείνων από τους οποίους η επιχείρηση εξαρτάται για τη λειτουργία της οικονομικά ή προσωπικά – φερ’ ειπείν, από μαικήνες ή από διευθυντές ισχυρών πολιτικών λεσχών με φορείς συμφερόντων. Το καθοριστικό είναι, ότι όλος αυτός ο ανθρώπινος μηχανισμός […] ή πολύ περισσότερο εκείνοι που τον διευθύνουν κρατούν τα μέλη του κοινοβουλίου υπό έλεγχο και είναι σε θέση να επιβάλλουν τη βούλησή τους σε σχετικά μεγάλο βαθμό. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την επιλογή της ηγεσίας του κόμματος. Ηγέτης γίνεται πλέον εκείνος τον οποίο ακολουθεί η μηχανή, ακόμη και πέρα από την κεφαλή του κοινοβουλίου. Με άλλα λόγια, η συγκρότηση τέτοιων μηχανών σημαίνει την ανόρθωση της δημοψηφισματικής δημοκρατίας.
Οι οπαδοί του κόμματος, προπάντων οι κομματικοί υπάλληλοι και επιχειρηματίες, προσδοκούν φυσικά προσωπική αμοιβή από τη νίκη του ηγέτη τους: αξιώματα ή άλλα πλεονεκτήματα.  [...]
Στο ιδεατό δε επίπεδο, μια από τις μεγαλύτερες ορμές υποκίνησης των ανθρώπων είναι η ικανοποίηση να εργάζεται κανείς με πιστή προσωπική αφοσίωση για έναν άνθρωπο (σημ. ΠάνωςΚ: θυμήσου πόσοι νεοπασόκοι δήλωναν και δηλώνουν ότι «δεν είμαι ΠΑΣΟΚ αλλά μ’ εμπνέει απόλυτα ο Γιώργος Παπανδρέου». Και μην πας μακριά, στα μπλογκ και στο τουίτερ ψάξε) και όχι μόνον για το αφηρημένο πρόγραμμα ενός κόμματος που αποτελείται από μετριότητες: αυτό είναι το «χαρισματικό» στοιχείο κάθε ηγεσίας.