25 Αυγ 2015

Πώς να κάνεις τον καμπόσο με τη δουλειά άλλων ανθρώπων

O κόσμος εξαϋλώνεται (ή μήπως η καλύτερη μετάφραση της λέξης «dematerialize» είναι «αποϋλοποιείται»;), με λίγα λόγια εξαφανίζεται, ολόκληρα κτίρια και περιοχές χάνονται από προσώπου Γης μπροστά στα έντρομα μάτια των ανθρώπων - έτσι τουλάχιστον γράφει ο Πίτερ Κάρεϊ στο διήγημά του «Μ' αγαπάς; - Do you love me», το οποίο καταγράφει την κρίση μιας κοινωνίας στην οποία κάνουν κουμάντο οι χαρτογράφοι, οι οποίοι όχι μόνο χαρτογραφούν τη Γη αλλά καταγράφουν και κάνουν απογραφή όλων των πραγμάτων, πράγμα που τους δίνει απεριόριστες εξουσίες, διότι πολύ απλά οτιδήποτε δεν απογράψουν δεν υφίσταται, άρα η ύπαρξη όλων των πραγμάτων εξαρτάται από τη δική τους επαγγελματική ευσυνειδησία και αποτελεσματικότητα και από το αν έχουν νεύρα ή αν βαριούνται μια μέρα στη δουλειά, κι αυτή η απεριόριστη εξουσία φυσικά προκαλεί το φθόνο των υπολοίπων - μέχρι που ξαφνικά αρχίζει η εξαΰλωση (αποϋλοποίηση) κτιρίων, περιοχών και ανθρώπων. Οι θεωρίες ποικίλλουν: σύμφωνα με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ο κόσμος είναι το όνειρο ενός θεού, που σταδιακά ξυπνά, κι όσο ξυπνά σιγά-σιγά ο θεός, ο κόσμος που ονειρεύτηκε λιγοστεύει, εξαφανίζεται, και όταν ξυπνήσει για τα καλά ο θεός (δηλαδή σηκωθεί από το κρεβάτι, πάει για κατούρημα, τραβήξει το καζανάκι, πιει καφέ και και κάνει κανά δυο τσιγάρα διαβάζοντας στην αθλητική εφημερίδα για τις μεταγραφές του ΠΑΟΚ κι ακούγοντας Μπαχ) θα εξαφανίστει ολόκληρος ο κόσμος, όπως συνήθως εξαφανίζονται τα όνειρα όταν ξυπνούμε κι αρχίζει ο εφιάλτης της καθημερινότητας. Η ενδιαφέρουσα αυτή θεωρία ωστόσο αποδείχτηκε αβάσιμη, καθώς εντέλει αποδείχθηκε στην πράξη πως εξαϋλώνονται - αποϋλοποιούνται όσα πράγματα στη Γη είναι άχρηστα, όσοι τόποι δεν κατοικούνται ή ακόμη χειρότερα όσα πράγματα και όσοι άνθρωποι δεν αγαπιούνται - κι έντρομοι οι άνθρωποι φοβούμενοι ότι μια μέρα απλώς θα εξαφανιστούν από προσώπου Γης περιφέρονται ρωτώντας ο ένας τον άλλον την ερώτηση-κλειδί που θα επιβεβαιώσει την ύπαρξή τους, που θα διασφαλίσει την παρουσία τους στη Γη: Μ' αγαπάς; 
Do you love me? 


20 Αυγ 2015

Διαστροφική εντομολογία

Στον ίσκιο του ελέφαντα, επί ξηραμένου αφρού φραπέ, νεκροζώντανα εκθέματα σε μουσείο, που μαζί τους βγαίνουν σέλφι οι τουρίστες και οι δημοσιογράφοι ξένων ΜΜΕ που από την κρίση βγάζουν ξύγκι απορώντας πώς γίνεται νεκροζώντανοι ολημερίς να πίνουνε φραπέ, οι τζίτζικες κάνουν σχέδια για να πιάσουν την καλή, ονειρεύονται ληστείες τραπεζών με όπλο τους το τρύπιο ροζ καλαμάκι του καφέ, κατασυκοφαντημένοι από μια κυρίαρχη άποψη ότι πρόκειται περί άεργων, καθώς αποσιωπούνται επιμελώς από μια παγκόσμια συνωμοσία τα επιστημονικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία προτού καταλήξουν οι τζίτζικες στη σκιά του ελέφαντα, άεργα εκθέματα ενός μουσείου, ήσαν σκουλήκια μες στη γη, είτε για τέσσερα, είτε για δεκατρία ή δεκαεπτά έτη, ανθρακωρύχοι σε στοές, και μόνο αφού πάρουν το απολυτήριο στο χέρι δύνανται να βγουν στην επιφάνεια της γης, στον ίσκιο του ελέφαντα, ως νεκροζώντανοι, μελλοντικοί νεκροί, αφού το ελαφρώς ενοχλητικό τζιτζίκειο άσμα τους είν' στην πραγματικότητα το τελευταίο τους, το κύκνειο που λέμε, μόνο που δεν είναι όμορφα τα τζιτζίκια σαν τους κύκνους να δώσουν το όνομά τους σε κάποιο τραγούδι, αντιθέτως είναι αυτά που εντέλει και αναλόγως των εξελίξεων άπαντες προτιμούν να μην κοιτούν και να μη βλέπουν, ειδικά οταν οι εξελίξεις αυτές αφορούν πρόοδο κι ανάπτυξη και δημιουργία, εκεί τα τζιτζίκια περισσεύουν, άλλωστε, εδώ που τα λέμε, νιώθουν κι αυτά τόσο μα τόσο κουρασμένα, προτιμούν να πεθάνουνε ως τζιτζίκια παρά να μπουν ξανά ως σκουλήκια στα ορυχεία κάτω από τη γη. 

8 Αυγ 2015

Αυτοκριτική ενός βιβλίου κριτικής του σύγχρονου κόσμου

Εχει πολλές ωραίες λέξεις και φράσεις ο Πόλεμος και Πόλεμος του Κρασναχορκάι.
Την πιο ωραία φράση την διαβάζεις στην αρχή-αρχή: «ο παράδεισος είναι λυπημένος».
Από κει και πέρα, αφήνεσαι σε ένα ενίοτε κουραστικό αλλά θαυμαστό έργο.
Αξιος θαυμασμού ο Πόλεμος και Πόλεμος. Προκαλεί δέος. Αλλά δεν ξέρω αν μπορεί ν' αγαπηθεί από τον αναγνώστη. 

Τόσες κριτικές έχουν γραφτεί για αυτό το βιβλίο, την καλύτερη όμως την έγραψε ο ίδιος ο Κρασναχορκάι, πρώτος απ' όλους, στη σελίδα 233 του ίδιου βιβλίου: «...για τις πραγματικές προθέσεις του συγγραφέα και επομένως για το πραγματικό νόημα του χειρογράφου, [...] αυτός, βλάκας καθώς είναι, με το διαταραγμένο του μυαλό, δεν είχε [...] καταλάβει τίποτε απολύτως, το αρχικό και ανεξήγητο μυστήριο του κειμένου, η ποιητική δύναμη που ανάβλυζε απ' αυτό, το γεγονός ότι έστρεφε αποφασιστικά την πλάτη στις συμβατικές μορφές αφήγησης, όλα αυτά τον είχαν καταστήσει τυφλό και κουφό, τον είχαν εκμηδενίσει, σαν να είχε δεχτεί μια κανονιά [...] η εξήγηση βρισκόταν εκεί, μπροστά του, από την αρχή, έπρεπε να την είχε δει και πράγματι την είδε και επιπλέον τη θαύμασε, μόνο που δεν ήξερε τι έβλεπε και τι θαύμαζε: [...] να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης».

Και λιγό μετά (σελ. 256), αφού έχει κάνει την αυτοκριτική του, το βιβλίο ασκεί κριτική σε όλο τον σύγχρονο κόσμο από το 1492 μέχρι σήμερα: ένα σύστημα «δανείων και πιστώσεων, αξιογραφων και τόκων [...] που θα γεννούσε έναν εντελώς νέο κόσμο όπου το χρήμα και όλες οι σχετικές δραστηριότητες δεν θα είχαν πραγματική βάση αλλά εικονική, πλασματική, όπου τις πραγματικές εμπορικές συναλλαγές θα τις επωμίζονταν μόνο οι φτωχοί και οι ανυπόδητοι, ενώ οι ελεύθερες διαπραγματεύσεις θα άνηκαν στους νικητές, στα αφεντικά [...], μια νέα τάξη θα κυβερνούσε τον κόσμο, μια τάξη μεσα στην οποία η εξουσία θα ήταν εξαϋλωμένη [...], διακόσια άτομα περίπου θα μαζεύονταν κατά διαστήματα [...] για να δείξουν ότι ο κόσμος τούς ανήκε και ότι το χρήμα του ανήκε...»