2 Ιαν 2008

Τρεις φωτογραφίες, ένα ηθικό δίδαγμα

Προσέχε τα νώτα σου κυρ-Αλέκο...


Εσύ τώρα, τι γελάς; Αυγά σου καθαρίζουν;


"...του Χριστούλη, της Παναγίας, του Υπουργού,
του Χρήστου του Ζαχόπουλου..."

Ηθικόν δίδαγμα: Πρέπει πάντα να φυλάμε τα νώτα μας, γιατί γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, ειδικά όταν υπό την απειλή του μαχαιριού κρατεί την πίτα για την πάρτη του και ούτε γενικού του γραμματέα δεν δίνει, οπότε εφόσον μάχαιραν έδωκεν, μάχαιραν θα λάβει...



Ολες οι φωτός από το ΑΠΕ.

Σελινόφσκι

Πάνω στο γραφείο μου έκοβε βόλτες μια μύγα. Την αιφνιδίασα κανονικά. Την ώρα που σκουπιζόμουν στο δεξί μου μπατζάκι, χτύπησε το τηλέφωνο.
«Διαβάζεις Σελίν;» ρώτησε μια γυναικεία φωνή, ωραία φωνή, σεξουαλική. Και τύχαινε να είμαι μόνος μου τον τελευταίο καιρό. Κάτι αιώνες δηλαδή.
«Σελίν; Μμμμμ…».
«Θέλω τον Σελίν» συνέχισε εκείνη. «Πρέπει να τον κάνω δικό μου».
Τι φωνάρα ήταν αυτή; Με τρέλαινε στην κυριολεξία.
«Τον Σελίν;» κατάφερα να πω. «Δώστε μου κανένα στοιχείο. Μιλήστε μου ελεύθερα κυρία μου. Συνεχίστε…».
«Κούμπωσε το παντελόνι σου», είπε εκείνη.
Κοίταξα κάτω.
«Πώς το ξέρετε;» τη ρώτησα.
«Αστ’ το καλύτερα. Θέλω τον Σελίν».
«Ο Σελίν έχει πεθάνει».
«Δεν έχει. Θέλω να μου τον βρεις. Τον θέλω».


Πρώτη φορά διάβασα (ή άκουσα) το όνομα Σελίν από αυτές τις πρώτες γραμμές του «Αστυνομικού» του Τσαρλς Μπουκόφσκι.

Οι φωστήρες που είχα ρωτήσει τότε μού τον παρουσίασαν ως έναν «φιλοναζιστή» συγγραφέα, και μόνον. Δεν έδωσα σημασία περαιτέρω.

Αργότερα έμαθα ότι θεωρείται πολύ μεγάλος συγγραφέας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, αυτό το «φιλοναζιστής» ήταν αρκετά αποκρουστικό ώστε να κάτσω να ασχοληθώ μαζί του.

Προτελευταία φορά που άκουσα τη λέξη Σελίν ήταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα.


Πάνω στο γραφείο μου στεκόταν ένα κομμάτι χειροποίητη σπανακοτυρόπιτα (της μαμάς). Την αιφνιδίασα κανονικά με μια χαψιά. Την ώρα που σκουπιζόμουν στο αριστερό μου μπατζάκι και τίναζα τα ψίχουλα από τα λαδωμένα μου γένια, χτύπησε το τηλέφωνο.

«Θέλω Σελίν», μου είπε μια φωνή που δεν ήταν σεξουαλική, ούτε άγνωστη, ήταν νικολακικοδιασελική.
«Σελίν; Μμμμμ», του απάντησα, παντελώς βαριεστημένα.
«Ναι, το Ταξίδι στην Ακρη της Νύχτας».
«Εντάξει ρε Διάσελε», του είπα, «να το ζητήσεις από το Αϊ-Βασίλη».
«Σκουπίσου ρε μαλάκα», μου είπε αυτός, «και τινάξου. Το παντελόνι σου είναι γεμάτο τρίμματα σπανακοτυρόπιτας (της μαμάς)».
Κοίταξα κάτω.
«Πώς το ξέρεις;» τον ρώτησα.
«Να μη σε νοιάζει. Θέλω τον Σελίν», επέμεινε ο Διάσελος.

Δεν ξέρω τι πήρε ο Διάσελος από τον άγιο, αν πήρε δηλαδή, γιατί μόνο καλό παιδί δεν ήταν τη χρονιά που πέρασε. Ο δικός μου Αγιοβασίλης όμως (ο μεγάλος μου αδερφός, από την ηλικία των 7 και του «Μικρού Πρίγκιπα») με έφερε την Πρωτοχρονιά τον Σελίν και το Ταξίδι στην Ακρη της Νύχτας.

Ζήλια ψώρα Διάσελε.

Γκουγκλίζοντας το ζήτημα σήμερα το πρωί, διαπίστωσα πως όντως ο γερο Μπουκ, παρόλο που δύσκολα έλεγε καλή κουβέντα, για τον Σελίν είχε μόνο καλά λόγια να πει.

«Celine only wrote one good book (Journey), but what a book!»

«The first time I read Celine, I went to bed with a big box of Ritz crackers. I started reading him and eating these Ritz crackers, and laughing, and eating the Ritz crackers. I read the whole novel straight through. And the box of Ritz was empty, man. And I got up and drank water, man. You should've seen me. I couldn't move. That's what a good writer will do to you. He'll damn near kill you...a bad writer will too».

interview with Sean Penn
Interview magazine, September 1987


Στο ποίημα «Storm» γράφει:

1:42 a.m.
the lights go back on,
Brahms begins to play on the radio again,
I think of Turgenev, just for the hell of it,
just because I like his name.
there are good names: Mozart, Celine,
Artaud, Bach.

Και για να γυρίσουμε στα περί «φιλοναζισμού», μπορεί ο Μπούκης να συμμεριζόταν τον αντιαμερικανισμό και την απέχθεια του Σελίν προς τον καταναλωτισμό και τη βιομηχανοποίηση, αλλά δεν στράφηκε ποτέ προς τον φασισμό. Ακόμη κι όταν φλέρταρε με αυτόν, σύμφωνα με όσα γράφει στο αυτοβιογραφικό «Τοστ Ζαμπόν» ήταν μια αντίδραση στην υποκριτική «αντιφασιστική μόδα» που επικρατούσε στις ΗΠΑ στις αρχές του β’ παγκοσμίου πολέμου. Γράφει:

«Οι καθηγητές παρουσιάζονταν σαν αριστεροί κι έκαναν πως ήταν κατά των Γερμανών. […] Όλα μου τα προβλήματα ξεκινούσαν από τους λευκούς που δεν ήταν εβραίοι. Ετσι δεν ήμουν ναζί από ιδιοσυγκρασία ή επιλογη».

Ο ευρών του φλουριού κι ο επινίκιος λόγος του

Το λεωφορείο, κίτρινο και σκονισμένο, πήγαινε κάθε άλλο παρά ασθμαίνοντας στον μεγάλο, λουσμένο στο φως ερημικό δρόμο και κάθε μια ώρα έκανε στάση για να κατουρήσουν οι συνταξιούχοι ταξιδιώτες στη Βαρκελώνη, όταν ήμουν στη Βαρκελώνη, κάποιος είχε αγοράσει ένα παλτό, πολύ μακρύ, μέχρι τον αστράγαλο, απ’ αυτά τα δερμάτινα, ήταν απαίσιο και θέλαμε να του το σκίσουμε, τι μας είχε κάνει αυτός δεν θυμάμαι αλλά είχε ένα κοριτσάκι που κρατούσε ένα μπαλόνι σε κάτι χάι λουξ τουαλέτες, γεμάτες ακέφαλα πτώματα συνταξιούχων που πίνανε έψα λεμονάδα στη βεράντα και τρώγανε μπουγάτσες σε κάτι πιάτα κίτρινα, ασορτί με τα μαύρα μαχαιροπίρουνα, σκουληκιάρικα, ο πατέρας είχε φάει όλα τα λεφτά για αυτό το μαυροκίτρινο σερβίτσιο, κι η μάνα είχε δώσει στην Πρόνοια τα ρούχα του γιου, για να βλέπεται, γιατί ήταν ένας αόρατος ντετέκτιβ σε χωράφι με ροδακινιές, αναζητώντας λίγη ιδιωτικότητα και ένα μάτι, μισό μαύρο, μισό τυρκουάζ, αχ καλέ, είναι ο Σάρουμαν που γύρισε πίσω για να του δώσουμε μπουγάτσα με φλουρί.

Στη φωτογραφία:
Γραφείο αρρωστημένου εγκεφάλου,
ομοιάζον με τον εγκέφαλο:
αχρηστες χαζομάρες ατάκτως ερριμμένες