Σαν άνθρωπος, θέλω να πιστέυω, έχω ελάχιστες ψυχώσεις. Μία απ' αυτές είναι τα βιβλία, η οποία όμως λόγω της καταναλωτικής μανίας που με καταλαμβάνει όταν περνάω έξω από βιβλιοπωλείο τείνει να μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε δίπολο ψύχωσης-άγχους. Στην πρόσφατη συνάντηση μου με τον πάνοκ., όπως έγραψε και ο ίδιος, δήλωσα με στόμφο και ναρκισσιστική παρρησία ότι τα βιβλία θα μας καταστρέψουν. Υπερβολή; Ακόμα διαμφισβητείται.
Η ψύχωση η αληθινή, η τέλεια εμμονή, η εμμονή η σωστή, είναι ο Γάβρος. Κι αυτό το κατάλαβα πλήρως χθες. Που λύθηκαν τα μάγια. Που δάκρυσα από χαρά. Μην ψάχνετε (ούτε εγώ ψάχνω πλέον) για τα ρασιοναλιστικά ή ανεξιχνίαστα αίτια που με συνδέουν με την κερδοφόρα εταιρεία του Ολυμπιακού. Η αρρώστια είναι αρρώστια. Και το πάθος βραδυφλεγές.
Δεν πρόκειται να ξεχάσω τα καφάσια που έσπασα εκτοξεύοντάς τα πάνω στις βιτρίνες ενός καταστήματος, όταν χάσαμε στον τελικό του μπάσκετ απ' την Μπανταλόνα και την μάνα μου να οδύρεται και να μου φωνάζει να μαζευτώ στο σπίτι. Δεν θα ξεχάσω τον κολλητό μου Π.Β., μια εποχή πίκρας, διαβάσματος, αμφισβήτησης και μοναξιάς, να καπνίζει συγχρόνως δύο τσιγάρα όταν εκείνος ο ανεκδιήγητος ο Καπουράνης κάρφωσε το 1-2 στο τέλος μέσα στο Καραϊσκάκη. Δεν θα ξεχάσω τον γέλωτα της παρέας όταν μεταξύ σοβαρού και αστείου είχα προβλέψει ότι ο Ριβάλντο θα παίξει κάποια στιγμή στον Ολυμπιακό. Δεν θα ξεχάσω, όπως μου θύμισε χθες και ο Κ. ΓΚ., τις αρίφνητες Τριτοτετάρτες στην Κέρκυρα που μαζευόμασταν 20 άτομα για να δούμε Γαύρο. Δεν θα ξεχάσω τα σκυμμένα κεφάλια μας. Δεν θα ξεχάσω τις κατάρες που έριξα στον Ελευθερόπουλο που μας στέρησε, μαζί με τον στρατηγό άνεμο, την συμμετοχή μας στους ημιτελικούς. Δεν θα με ξεχάσουν οι περιπτεράδες απ' τους οποίους αγόραζα τρία-τρία τα πακέτα τσιγάρα λίγο πριν τα ματς. Δεν θα ξεχάσω τους παιχταράδες που ευτυχήσαμε να δούμε στην ομάδα. Δεν θα ξεχάσω το 3-0 στην Ριζούπολη και τον ανυπέρβλητο ενθουσιασμό μου. Δεν θα ξεχάσω τ' ότι για ένα καλοκαίρι είχα πονοκεφάλους απ' τον μαλάκα τον Ζε Ρομπέρτο που όλο έπιανε λιμάνι και ποτέ δεν έπιανε λιμάνι. Δεν θα ξεχάσω τις ατέλειωτες αναλύσεις με τον Μάστορα και την εκφρασμένη, κρυφή μας επιθυμία να παρακολουθήσουμε σχολή προπονητικής. Δεν ξεχνώ, στον ενεστώτα πλέον χρόνο, την υπομονή που επιδεικνύει ο μικρός μου, ειδικός Νίντζα όταν γυρνάει κουρασμένη απ' τη δουλειά και την πρήζω για την ομάδα, όταν της μαθαίνω τους παίχτες, τις εθνικότητες, το σύστημα και τις φυσιογνωμίες, όταν την ικετεύω να κάνει πρόβλεψη γιατί θεωρώ ότι είναι γουρλού, όταν πηγαίνουμε διακοπές και την κουβαλάω για ν' αγοράσουμε αθλητική εφημερίδα, όταν πίνουμε καφέ σ' ένα ονειρεμένο μέρος κι εγώ κρυφοκοιτάω την εφημερίδα χαμογελώντας αθώα.
Κι αυτό που συνειδητοποιώ τώρα, τώρα που νιώθω σαν ήρωας στο "The Thing" του King, τώρα που εξοντώσαμε τον κακό Κλόουν και απαλλαχτήκαμε απ' τις φοβίες μας, είναι ότι ο Ολυμπιακός είναι ταυτισμένος με την εποχή της αθωότητας, τις μέρες του κρασιού και της κραιπάλης (όπως θα έλεγε ξανά ο πάνοςκ.), τις ώρες που ένιωθα ότι ζω και χτυπάει δυνατά η καρδιά μου, τις στιγμές που μοιράζομαι με τον ειδικό Νίντζα, την γλυκειά συμμορία της παλιοπαρέας, αυτών των σαλών, διανοούμενων, καταστασιακών (με την ευρύτερη έννοια) γάβρων και αντιπάλων.
Κι αν μου επιτρέπετε, κλείνοντας, θα ήθελα να γράψω μια μικρή αράδα ακόμα, απόλυτα συμφιλιωμένος πλέον μ' ένα απ' τα λιγοστά, ρομαντικά πράγματα που μου 'χουν απομείνει. Κι αυτή η αράδα, θα 'ναι κάπως έτσι:

ΝΑΙ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ! ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!