3 Ιουλ 2007

Steal this... ό,τι να 'ναι



Μία από τις πλέον ανεξήγητες και ψυχοφθόρες ενασχολήσεις μου είναι αυτό που ονομάζω “καταναλωτική εγκράτεια” (σαν αυτό το βουδιστικό που κάνει ο Στινγκ, που κρατιέται για ώρες και δεν χύνει, προκειμένου να επιμηκύνει την απόλαυση).
Κάθε φορά λοιπόν που είμαι πιεσμένος οικονομικά, τραβάω στα μοναδικά καταστήματα που νιώθω άνετα: μουσικοπωλεία και βιβλιοπωλεία. Φορτώνομαι με μια στίβα εκλεκτά αγαθά και λίγο πριν φτάσω στο ταμείο, τα αφήνω με ιδιαίτερη επιμέλεια –ώστε να μη βάλω τους υπαλλήλους σε κόπο- στη θέση τους.
Ετσι και σήμερα. Μόνο που σήμερα βιδώθηκα άσχημα. Αφού πήγα και κατέβαλα το ενοίκιο, πήρα όσα χρήματα περισσέψανε και χώθηκα σε γνωστό σουπερμάρκετ-βιβλιοπωλείο. Πήρα στην αγκαλιά μου: Προσφορά 15 ευρώ “Το εκκρεμές του Φουκό” του Μαλακοέκο. Ένα κάποιο του Πάκο Ιγνάσιο Ταΐμπο, 11 ευρώ. Το καινούργιο του Στίβεν Κινγκ, από εκδόσεις Μπελ, 8 ευρώ. Το καινούργιο του Ντέηβιντ Λοτζ, 13 ευρώ, τα Μυστικά της Βαβυλώνας του Μπαρκερ, στην πληρη έκδοση, 23 ευρώ. Μετά θυμήθηκα ότι το ψυγείο στο σπίτι είναι άδειο από αγγουράκια, ντομάτες και άλλα μεταλλαγμένα αγαθά. Οπότε τα άφησα προσεκτικά τα βιβλία στη θέση τους, και βγήκα όξω… Μέσα στα νεύρα.
Θυμήθηκα τους System of a Down και το Steal this album.
Κατόπιν με έπιασε νοσταλγία για κείνους τους καιρούς, που ένας καλός φίλος, κάθε φορά που πήγαινε στο βιβλιοπωλείο, με ρώταγε αν υπάρχει κάποιο βιβλίο που θα ήθελα. Όταν επέστρεφε, έβγαζε από το μπουφάν του τα βιβλία, τα οποία προφανώς είχε ψειρίσει, και μας τα μοίραζε.
Κατόπιν θυμήθηκα το βιβλίο του γίπι Αμπι Χόφμαν, “Steal this book”.
Ακολούθησα κάποια λινξ που βρήκα στο Wiki και αναθάρρησα: Βρήκα το steal this wiki, οι συντελεστές του οποίου ετοιμάζουν κάτι ενδιαφέρον για αύριο, 4 Ιουλίου.

Βέβαια στα wikiα γενικότερα δεν έχω ιδαίτερη εμπιστοσύνη, αντίθετα πάντα εμπιστεύομαι συγκροτήματα σαν τους Lali Puna:

Αέρια


Καμιά φορά, άμα έχεις το κακό συνήθειο να διαβάζεις παραπάνω από ένα βιβλία ταυτόχρονα, τυχαίνει να βρεις κοινούς θεματικούς τόπους ακόμη και στα πιο ανόμοια μεταξύ τους βιβλία. Και όταν, μέσα στο ίδιο Σαββατοκύριακο, ανακαλύπτεις, και πάλι συμπτωματικά, κάτι ανάλογο και σε μια κινηματογραφική ταινία, τότε αρχίζεις να ανησυχείς...


Στον “Νεκροσκόπο” του Brian Lumley, ένα βιβλίο που κατά τον φίλο μου τον Χ., παγκοσμίως άγνωστο ειδήμονα της λογοτεχνίας του φανταστικού - τρόμου, δεν είναι τίποτε άλλο από μια “ψυχροπολεμική αηδία”, λαμβάνει χώρα μια παράξενη τελετή: ένας άντρας, γυμνός, διενεργεί μια όχι και τόσο συνηθισμένη νεκροψία σε ένα πτώμα:


[…] Η ράβδος γλίστρησε με άνεση μέσα στη νεκρή σάρκα και αέρια απελευθερώθηκαν από το διογκωμένο έντερο, που είχαν συσσωρευτεί τις τέσσερις αυτές μέρες, από τότε που είχε επέλθει ο θάνατος, συρίζοντας μέσα στο πρόσωπο του γυμνού άντρα.
[…] Ενώ τα αέρια εξακολουθούσαν να διαφεύγουν από την κοιλιά, ο γυμνός άντρας, αντί να αποτραβηχτεί, χαμήλωσε το πρόσωπό του προς το πτώμα, έκλεισε τα μάτια του και εισέπνευσε βαθιά γεμίζοντας τα πνευμόνια του με αυτά τα αέρια! […] Το φυσικό υγιές ροζ ενός νεανικού, πρόσφατα μπανιαρισμένου σώματος είχε εξαφανιστεί τελείως. Το γκρίζο χρώμα που είχε πάρει τη θέση του ήταν ίδιο με εκείνο της νεκρής σάρκας που ακουμπούσε. Ηταν ολότελα γκρίζος, σαν πεθαμένος. Κρατουσε την αναπνοή του προσπαθώντας, φαίνεται, να γευτεί την ίδια τη γεύση του θανάτου...

Στον “Ωκεανό του ήχου” του David Toop διαβάζω το εξής:

Αποκαλύπτοντας και ερμηνεύοντας τη γλώσσα του μύθου, ο Levi Strauss αναλύει πολλές παράξενες ιστορίες που του είχαν διηγηθεί οι Ινδιάνοι του Αμαζονίου: ιαγουάροι σκοτώνουν κλαψιάρικα μωρά κλάνοντας στα πρόσωπά τους. Ένας ινδιάνος παίζει ταμπούρλο πάνω στη φουσκωμένη, γεμάτη αέρια κοιλιά ενός νεκρού πιθήκου κάνοντάς τον να κλάνει για να πολεμήσει του βίαιους, απότομους θορύβους των δαιμόνων.


Λίγο αργότερα, θέλοντας να καθαρίσει το μυαλό μου και η ατμόσφαιρα από τις πορδές, τις νεκρικές οσμές, τους δαίμονες και τις τελετές, κάθομαι να δω στο ντιβιντί, την κάκιστη κινηματογραφική μεταφορά του μετριότατου μυθιστορήματος, για τα δεδομένα του Στιβεν Κινγκ, “Desperation”. Και βλέπω αυτό:

Ένα κακό πνεύμα αποχωρίζεται το σώμα της γυναίκας, η οποία πεθαίνει, για να μπει, με τη μορφή αερίου, από το στόμα της γυναίκας σε αυτό του κορακιού.

2 Ιουλ 2007

ΤΟ ΣΤΑΧΥ ΚΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ...

Βράδυ Σαββάτου στην Επίδαυρο, με ολάνθιστα μάτια, πλάι στον μικρό, ειδικό μου Νίντζα. Αντιγόνη απ' τη Νέα Σκηνή του Βογιατζή. Είναι δυνατόν η αρχαία τραγωδία να φιλτράρεται και να μεταλλάσσεται μέσα από μεταμοντέρνους πειραματισμούς; Η ύψιστη τέχνη του Άπω παρελθοντισμού είναι ένας νεκρός γογγυσμός ή αναπνέει ακόμα μέσα από καλοραμμένα κοστούμια του '50; Σκέφτομαι γιατί αυτά τα κοστούμια κι όχι άλλα. Τί υπήρξε η Ελλάδα του '50; Ίσως η επικράτηση μιας αποχαυνωτικής και τρεμουλιασμένης ήττας. Ο διάσπαρτος αστεϊσμός μιας εκδικητικής, αρτηριοσκληρικής δεξιάς. Ίσως να 'ναι αυτό. Ίσως και η αδυναμία του σκηνοθέτη στην παρακμή των γαλαντόμων αστικών ηθών. Τώρα εξηγούνται όλα. Ο Βογιατζής θέλησε να μιλήσει για το σήμερα χρησιμοποιώντας τραγική σημειολογία με όρους υπαρξιστικούς. Ο άνθρωπος είναι αρουραίος και Τιτάνας μαζί. Μόνος του. Γιατί μαζί με άλλους, ειδικά σήμερα, επιδίδεται σε τυφλές και βιαστικές τροχιές γύρω απ' τον εαυτό του κι όταν νιώθει ότι κινδυνεύει, βγάζει απ' το βλέμμα του κοφτερά νύχια. Ο άνθρωπος σήμερα είναι ένα σκηνικό αλλόκοτο, μια μπεκετική παραφωνία μέσα σε μια ευτυχισμένη μέρα ενός ευτυχισμένου θεάτρου που ξεπροβάλλει με θρηνητικούς αυλούς και ασθαματικούς βήχες τριζονιών. Ο άνθρωπος είναι το trailer της διαδραματισμένης παραφροσύνης του, η γνωριμία με τον ίλιγγο, αναπόσπαστο μέλος της κοινωνίας-χορού κι αναπόσπαστο μέλος της προσωπικής του μοναξιάς και κινάει στο σπουδαίο διαμφισβητούμενος, ενώ οι υπόλοιποι, θεατές, ωτακουστές και περίεργοι, στριμώχνονται ανυποψίαστοι στις κερκίδες για να καθρεπτιστούν (εξ' ου και η έξοχη, πρωτότυπη ιδέα της μεμονωμένης εμφάνισης των ηθοποιών λίγο πριν αρχίσει η παράσταση και η...επανάσταση). Ελπίδα διαφυγής, μόνο ο κοινός και προαιώνιος στόχος: Η αξιοπρέπεια της συντριβής απ' τον έρωτα. Γιατί εμείς, ως πλάσματα της φύσης, γεννημένα από στάχυα και μεγαλωμένα σε σκοτεινές φάτνες παραγεμισμένες με άχυρα, μπορούμε να τραγουδήσουμε από κοινού τον έρωτα, αυτόν τον αναρχικό δαίμονα, μόνο αφού γίνουμε ένα με την κοινή καταγωγή μας. Κι όταν θα συνεχίσουμε να στροβιλιζόμαστε δερβίσικα, σαν τυφλά πουλιά που δεν κατέχουν από ύβρη και χρησμούς, θα μας πυρπολεί μια ένθεη μανία, η δυσάρμονη αρμονική της διαλεκτικής.
Ο Βογιατζής απέδωσε ένα τέλεια σκηνοθετημενο έργο, ύστερα, προφανώς, από μια εξίσου τέλεια κι επίμοχθη δουλειά. Κάποιοι ίσως να ισχυριστούν ότι κακώς ερμήνευσε τον Κρέοντα διότι η επιβλητική αυτή περσόνα δεν ταιριάζει και τόσο πολύ στο αυθόρμητο, κριτικό και καθημερινό υποκριτικό του βιογραφικό. Ίσως αυτό να ισχύει, ίσως όμως να ισχύει και κάτι άλλο: Όταν θέλεις να μιλήσεις για την σύγχρονη Ελλάδα, ξέρεις πολλούς ηθοποιούς που θα μπορούσαν να υποβιβάσουν την τυραννία σε μικροαστική εξουσιολαγνεία που διακατέχει ηλίθιους και ψυχωσικούς δικτατορίσκους; Η Μουτούση ως Αντιγόνη, ενοχλητικά Απολλώνεια με αυτοκυριαρχία αυτοκράτειρας του Βυζαντίου. Ίσως το μοναδικό ψεγάδι μιας κορυφαίας παράστασης.......λάθος. Υπάρχει και κάτι άλλο. Ο πονόδοντός μου που βημάτιζε ύπουλα, κάνοντας παρέα στα αργά, πεισματώδη και σταθερά βήματα ενός δυνάστη που πασχίζει να επιβληθεί με ολέθριες πράξεις σ' αυτούς που γεννήθηκαν για να σμίξουν με την αγάπη...