28 Νοε 2006

ΖΟΡΜΠΑΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑΣ

Στους καιρούς τους, που εκόντες άκοντες, θα 'ρθουν, οι γιοι που δεν θα θέλαμε να 'χουμε θα κάνουν το Μέγαρο Μουσικής μπιλιαρδάδικο και θα παίζουν πέντε κορδόνια μίνιμουμ χάνει-πληρώνει, καπνίζοντας μέσα στις αφύλαχτες αίθουσες, και βήχoντας, κι ενοχλώντας ο ένας τον άλλον όσο πιο πολύ και πιο δυνατά γίνεται. Στους καιρούς τους, οι γιοι που δεν θα θέλαμε να 'χουμε θα κατεδαφίσουν τ' απομεινάρια των Παρθενώνων που θα τους κληρoδoτσoυμε. Ή θα τα βάψουν με χαρούμενα χρώματα: κολόνες σε μπλε λαδομπογιά, κίτρινοι βράχοι φωσφορίζοντες. Στους καιρούς τους, οι γιοι που δεν θα θέλαμε να 'χουμε θα ξεπατικώνουν τη χαρτογραφία τους πάνω στις άχρηστες Τζοκόντες μας, σκόπιμα φάλτσα σφυρίζοντας τις συμφωνίες μας. Θα κόψουν τις ομοιοκαταληξίες και τα μέτρα απ' τα πoιήματά μας, που -πια- θα τα ακούνε ζωντανά, σ' όλα τους τα δελτία ειδήσεων. Και, σίγουρα, οι γιοι που δεν θα θέλαμε να 'χουμε θα κάψουν, ποτισμένα στο αλκοόλ, όλα μας τα βιβλία.

Αυτή είναι η εισαγωγή του συγγραφέα Κώστα Κοντοδήμου, το 1993 περίπου, στο βιβλίο του "Ο γιος που δεν θα θέλατε να έχετε", το οποίο πρόσφατα επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Νεφέλη (πρώτη εκδοση Δελφίνι). Το στόρι είναι απλό και χρησιμοποιείται ως βήμα για να πει ο συγγραφέας, με το στόμα του ήρωα του βιβλίου, Αλέκου, όλα όσα θέλει να πει για τους νεοέλληνες: Η Φελίσια, κόρη αμερικανού κινηματογραφικού μεγαλοπαραγωγού, θέλει σώνει και καλά να γυρίσει ένα ρημέηκ του Ζορμπά, κι έρχεται στην Ελλάδα, όπου με τη βοήθεια ενός μυστήριου τσογλανιού ονόματι Αλέκος, ψάχνει να βρει στη σύγχρονη Ελλάδα έναν αυθεντικό Ζορμπά, να τον κάνει πρωταγωνιστή στην ταινία της... Παρακάτω, η γνώμη του Αλέκου για τον λογοτεχνικό Ζορμπά, και κατ' επέκταση τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, όπως την παραθέτει στη δύσμοιρη Φελίσια, απαντώντας στην ερώτησή της: "Τι ξέρεις για τον Ζορμπά;"

Ήταν ένας τύπος που γαμούσε αλλοδαπές. Κατά προτίμησιν Σλάβες. […] Ο Καζαντζάκης λέει πως ήταν αληθινός. Η αλήθεια, βέbαια δεν είναι παρά ένα ψέμα που ακόμα δεν έχει αποκαλυφθεί. Υπαρκτό πρόσωπο, λοιπόν. Μπορεί και να 'ταν. Οι συγγραφείς θέλουν τους πιο απίθανους ήρωές τους υπαρκτούς. Όσο πιο μάγκας, πιο γαμιάς, πιο άντρακλας, πιο πονηρός και πιο ανάρχας είναι ο ήρωας τόσο περισσότερο σκίζονται οι μουντζουροχάρτες [...] αυτοί που δεν τους εά καθεύδειν το του Καζαντζάκη τρόπαιον.[…] θέλουν να αποδείξουν ότι αυτός υπάρχει και δεν τον έβγαλαν απ' το πιο στερημένο κομμάτι του μυαλού τους. Ο Ζορμπάς τους, όπως ο Λούης του Μουρσελά, οι ήρωες του Μίσσιου, όλοι […] ήρωες υπαρκτοί. Αριστεροί, αλλά με κρυφή αγάπη για το σύστημα' άθεοι, αλλά που άμα λάχει παίρνουμε μερoς και σε θρησκευτικά θαύματα, φτωχοί, αλλά που ξέρουμε να χαλάμε τα λεφτά μας, εχθροί της βίας, που πλακώνουμε στο ξύλο όποιον μας κολλήσει, αμόρφωτοι, αλλά που παίζουμε και στα δάχτυλα τους ποιητές, και, βέβαια, οι πρώτοι εραστές της υφηλίου, όλοι μαζεμένοι στην Ελλάδα, υπό την προστασία της ελληνικής διανόησης. Προσωπικά, περιμένω πώς και πώς να βρεθεί ένας ακόμα συγγραφέας να μαζέψει τον Ζορμπά, τον Λούη και κάνα δυο ακόμα ήρωες -των στερνών, έτσι για πλάκα, του Λουντέμη, ας πούμε-, να τους πετάξει όλους σ' ένα βιβλίο, μαζί με όσους αριστερούς του Μίσσιου σκoτώθκαν η δεν σκοτωvικαν νωρίς, και να τους βάλει, με εμένα αρχηγό και άρχοντα και αυθέντη και κυρίαρχο, να ανοίξουν μια εμπορική επιχείρηση. Ένα εργοστάσιο προφυλακτικών, ας πούμε: προφυλακτικά La revolution, σπερματοκτόνα, ολισθηρά, πολλαπλών χρήσεων...».

ΚΙ ΑΛΛΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ

Μετανάστης είμαι εγώ. Τα παιχνίδια μου τα προσέφερα γονυπετής στην μοίρα. Τα εφηβικά μου σπυριά στο αφροχείλισμα της θάλασσας. Το βλέμμα μου στην έκταση ενός ναρκοπεδίου. Ξεχειμωνιάζω στα λιθόστρωτα των ανακτόρων σας. Τρώω παντεσπάνι που περισσεύει απ΄τους σκύλους σας. Ξεδιψώ με την υγρασία των ανέμων. Τον ψυχρό ιδρώτα των φορτηγών. Ελπίζω ακόμα. Άλλοι έχουν χάσει πιο πολλούς. Πατέρα εγώ δεν γνώρισα. Πατέρας μου το χιόνι. Το δέντρο της ζωής πριν τις κλαγγές των ακροβολισμένων όπλων. Ξεγυμνώνομαι λίγο πριν το μεγάλο σάλτο. Όταν ακούω διαταγές, σκύβω το κεφάλι. Όταν ακούω βρισιές, με χτυπώ στα μάτια. Όταν ακούω άγριες φωνές, τρέχω. Με κυνηγάνε και με κυνηγώ. Μια σειρήνα πάντοτε πριν απο μένα. Ένα ακτοπλοϊκό η αποθήκη της ψυχής μου. Φως νεκροτομείου η ζωή μου. Πάντοτε ψηλά τα χέρια. Πάντοτε. Ο τέλειος κύκλος. Η αναστροφή του Θεού. Το σούρουπο του ταξιδιού μου. Η κατοχή.
Διατηρώ μια μικρή ελπίδα. Ανατριχιάζω.
  • 5.544 μετανάστες πέθαναν απ΄το 1988 μέχρι τον Οκτώβρη του 2006 στα Ευρωπαϊκά σύνορα. Από αυτούς οι 1803 είναι αγνοούμενοι.
  • Στη θάλασσα του Αιγαίου μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας πέθαναν 408 εκ των οποίων 168 αγνοούνται.
  • 88 άνθρωποι ανατινάχτηκαν στα ναρκοπέδια των ελληνοτουρκικών συνόρων.
  • 369 άνθρωποι βρέθηκαν νεκροί, στοιβαγμένοι σε φορτηγά και κοντέινερ.
  • 11 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί σε αεροδρόμιο της Ολλανδίας περιμένοντας την απέλασή τους.
  • 51 πνίγηκαν σε ποτάμια στα βοσνιοκροατικά, ελληνοτουρκικά, αυστροσλοβακικά και ιταλοσλοβενικά σύνορα
  • 146 άνθρωποι πέθαναν από δίψα στην Σαχάρα στην προσπάθειά τους να φύγουν απ΄την Αφρική.

Και είναι κι άλλα...

http://www.iospress.gr/ios2006/ios20061119.htm

http://fortresseurope.blogspot.com/

http://fortresseurope.blogspot.com/2006/02/m.html

http://www.unhcr.org/cgi-bin/texis/vtx/home

21 Νοε 2006

SUPPORT THE SUPPORT BANDS! (η κατάρα του να είσαι σαπόρτης)

Μια θερμή παράκληση: την επόμενη φορά που θα πάτε σε μια συναυλία, και τύχει να βγει στη σκηνή το support group να είστε ευγενικοί μαζί του. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για καλά παιδιά, σεμνά, που δεν έχουν καβαλήσει ακόμη το καλάμι, με ταλέντο, που έχουν κοπιάσει και ιδρώσει στα ανήλιαγα υπόγεια ώρες ολόκληρες. Αυτά τα παιδιά -λανθασμένα- θεωρούν πως αυτή η εμφάνισή τους, πριν από το «μεγάλο όνομα», θα τους δώσει ώθηση, καθότι το κοινό θα σαγηνευτεί από τη μουσική τους και θα βιώσει μια μουσική Αποκάλυψη.

Βεβαίως όλα τα support group που βλέπουν κάπως έτσι τα πράγματα, μόλις βγουν στο σανίδι και ξεπεράσουν τα αρχικά προβλήματα (μαλάκα, τι φωτισμός είναι αυτός, στραβώνομαι, δεν βλέπω τις χορδές, πού είναι η ντο; Σιχτίρι, έχουν ιδρώσει οι παλάμες μου, τα γόνατά μου γιατί τρέμουν, άραγε φαίνομαι αρκετά κουλ κρατώντας έτσι το μπάσο;) διαπιστώνουν ότι στην καλύτερη περίπτωση βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ευγενικό πλην όμως αδιάφορο κοινό, που δεν δίνει καμία σημασία στη μουσική που ακούει, αλλά συζητάει μεγαλοφώνως και γελάει επίσης μεγαλοφώνως.


Για το λόγο αυτό λοιπόν μία και μοναδική συμβουλή, βασιζόμενος στην απειροελάχιστη σχετική εμπειρία μου, προς τα support γκρουπ: Ανεβείτε εκεί πάνω και σπάστε τα! Παίξτε όσο πιο δυνατά μπορείτε, χώστε, κάντε τα τρέντι αυτάκια των αποκάτω να πονέσουν μπας και σας δώσουν σημασία. Όχι στις μπαλάντες, όχι στα «σιωπηλά μέρη»…

Η γοητεία της σιωπής και της ταξιδιαρικής μουσικής είναι πολύ μεγάλη, αλλά την ώρα που ο δυστυχής τσελίστας ακριβώς μετά την παύση είναι έτοιμος για την αναπαραγωγή της ουράνιας μελωδίας, που όλους θα τους συνεπάρει, σε εκείνο το σκληρό δευτερόλεπτο της παύσης, ακούει το κοινό, τα γέλια (τη στιγμή που η μουσική του σπαράζει), τις φωνές, τα ελα-ρε-μαλακα, τα «Γιατί με έφερες εδώ Τάκη;», τα «Και στα λεγα, μωρή Λίτσα, να την πέφταμε κατά Ζυγό μεριά σημερα», και νιώθει ανήμπορος να αποθεωθεί μαζί με το έργο του. Και κατά συνέπεια συνεχίζει διεκπεραιωτικά.


Βεβαια ο κοινός τρεντοκάγκουρας και δη Σαλονικιός, θα πει «ρε φιλαράκι εγώ πλέρωσα, και ό,τι θέλω θα κάνω» και τα λοιπά. Σωστά, μόνο που πλήρωσε για να ακούσει κάποιον. Και εγώ επίσης πλήρωσα για να ακούσω κάποιον. Όχι για να ακούω αυτόν να μαλακίζεται λεκτικά. Όχι για να ακούω τους μουσικοξερόλες «α, μωρέ, αυτοί ήταν κάποτε χωμένοι στο αντεργκράουντ φρη τζαζ τρανς νταμπ χώρο, αλλά με τη βοήθεια του DJ Olousasgamo ανέδειξαν την πιο χαρντκορ πλευρά τους ανακυκλώνοντας μπλε παστέλ ηχοτοπία, γαλλική μουστάρδα και το σοφτκόρ λάουντζ της κουζίνας της μαμάς». Ουτε αντέχω να ακούω τα χιποτρεντάκια «ουάου, παίζει το κομμάτι μου, το αγαπημένο μου, ποπό, δεν το πιστεύω και πόσο ήθελα να το ακούσω, και ήλπιζα ότι θα το παίζανε, μα ρε μαλάκα το πιστεύεις, και ο Βρασίδας μου έλεγε ότι δεν θα το παίξουνε, κάτσε να τον παρω να του το πω, έλα ρε Βράσι (σικ) ρε μαλάκα το παίζουν το «Tsifteteli Dub», το έχασες το στοίχημα ρε μαλακισμένο, μα τι λες δεν το πιστεύω, ε..., τι..., δεν σε ακούω μωρέ, μίλα πιο δυνατά, είμαι στη συναυλία κι έχει πολύ θόρυβο» και μέχρι να καταφέρουν να αλληλοακουστούν, το αγαπημένο της-ουάου -κομμάτι έχει τελειώσει και εσύ αναρωτιέσαι γιατί δεν έκατσες σπίτι σου να ακούς Μητροπάνο, Κάλι Μινόγκ, Σίστεμ Οφ Ντάουν, Μπέλλου, Ντεντ Κενεντιζ, Τζόι Ντιβίζιον, Πετ Σοπ Μπόηζ και Βαν Μόρισον, εναλλάξ, με την ησυχία σου, αραχτός στον καναπέ και χωρίς τους μαλάκες.


Η συναυλία των Cinematic Orchestra χτες στη Θεσσαλονίκη
(για την οποία φαντάζομαι ο συνοδοιπόρος Σαλαχαντίν θα γράψει μια πλήρη κριτική)
ήταν και ατμοσφαιρική και γκρούβι και πειραματική. Για να γίνω πιο περιγραφικός, ήταν πολύ φάφα φαπίν, ντούμπου ντούμπου, γζίου γζίου, κελάρ κελάρ, κελαργζίουντούμπουκελάργζίουφάφγζίουκελαρφαπίνγζίουγζίουγζίου…
Πιστεύω πως ήμουν κατανοητός.


Ακολουθει το μάθημα "Τι είναι τι;" για μια τρεντοπαρέα πίσω μου στη χθεσινή συναυλία. Όλοι τους με ύφος ξερόλα έλεγαν τη μία μαλακία πίσω από την άλλη.Σήμερα θα μάθουμε τι είναι η μελόντικα και τι το θέρεμιν (διαθέτουμε και οπτικουακουστικά μέσα, βεβαίως βεβαίως!).


Ετούτο είναι μια μελόντικα. Ανάλογη με αυτήν που έπαιζε χτες εκείνο το λιωμένο τυπάκι των Cinematic.

Αυτό είναι ένα θέρεμιν, το οποίο σε κανένο σημείο της χθεσινής συναυλίας δεν εθεάθη στα χέρια κανενός εκ των Cinematic.