21 Νοε 2006

ADAGIO

Στο μυαλό μου στροβιλίζονται ακόμα οι σκηνές της κτηνωδίας. Δέκα άτομα να σαπίζουν στο ξύλο ένα. Με κλωτσιές και μπουνιές. Παντού. Μέχρι να φτύσει το γάλα που βύζαξε. Έτσι. Πριαπικά όρνια να ξεσχίζουν τις σάρκες του θηράματος. Πριαπικά όρνια να ξεσχίζουν τις σάρκες αυτών που τους πληρώνουν για να το παίζουν νταήδες. Να στήνουν το δικό τους Ιράκ, το δικό τους Γκουαντάναμο, τη δικιά τους πάντοτε παράσταση φαλλοπρέπειας κι ανεγκεφαλίτιδας. Με σκουφιά και παλαιστινιακά φουλάρια. Έτσι. Εγώ ήξερα ότι τα παλαιστινιακά φουλάρια τα φοράγανε οι αναρχικοί. Εγώ ήξερα ότι τα σκουφιά τα φοράνε οι διαδηλωτές. Εγώ ήξερα ότι ο Αλέξης Καλοφωλιάς κόντεψε να χάσει το μάτι του από Χρυσαυγίτες επειδή φορούσε παλαιστινιακό φουλάρι. Εγώ ήξερα ότι τα σκουφιά τα φοράμε κάθε που τραγουδάμε τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης. Κι όμως. Παλαιστινιακά φουλάρια και σκουφιά φοράνε και οι ασφαλίτες. Ο διπλανός σου. Αυτός που προχωράει δίπλα σου και φωνάζει για την Παλαιστίνη. Αυτός που θα σου σφίξει το χέρι στην αλυσίδα κι όταν σε χτυπήσουν τα ΜΑΤ, θα σε φάει στο ψαχνό. Αυτός που θα σε καλέσει για καφέ κι αυτός που θα σου πει καλημέρα. Αυτός που κοιμάται δίπλα σου κι αυτός που σου δίνει την εφημερίδα. Έτσι. Ο αιώνιος φόβος. Μην μιλάς, μην εμπιστεύεσαι, μην ζεις. Θηρίο, θηρίο. Μόνος σου. Με κοφτερά νύχια, θηρίο ανάμεσα σε θηρία. Ο Μπόρχες. Να νοσταλγείς καμιά φορά τη μυρωδιά του ξυλουργείου. Ο Καρούζος. Και να γιορτάζεις τη λάσπη. Μόνο. Μόνος σου. Να μην μπορείς να καταλάβεις γιατί τόση βαρβαρότητα. Να λύνει πάνω ο ουρανός με προφητείες και βλαστήμιες. Άνθρωπος σε άνθρωπο. Οφθαλμός αντί οφθαλμού. Οδόντος αντί οδόντος. Καθόμαστε σιδεροδέσμιοι στην ηλεκτρική καρέκλα. Mercy Seat. Μα δεν φοβόμαστε να πεθάνουμε. Ή μήπως όχι; Έτσι. Πατάς στα πόδια σου. Περπατάς μ’ ένα πόδι. Με γυάλινο μάτι. Και την καρδιά σου στα σκουπίδια έξω απ΄ το Χίλτον, μαζί με τις σερβιέτες, τα σκατά και τα προφυλακτικά του περίλαμπρου, μεγαλοαστικού πολιτισμού μας. Γύρω σου πρόσωπα. Περικυκλωμένα. Κεκλεισμένων των ψυχών. Ασπίδες. Πένθιμα εμβατήρια. Κηδεύουμε το Πολυτεχνείο. Σήμερα. Με σημαίες, με σημαίες και με νταούλια. Σκέφτεσαι. Ξύπνησα, ντύθηκα, έφτιαξα καφέ, κάπνισα. Ξύπνησα, ντύθηκα, έφτιαξα καφέ, κάπνισα. Ξύπνησα, ντύθηκα, έφτιαξα καφέ, κάπνισα. Άλλη μια μέρα. Κάποτε, μέρες της οργής και του οίνου. Τώρα, μέρες της Μαρμότας. Σε μια χώρα που ο μπάτσος, ο ρουφιάνος κι ο υπουργός είναι οι καλοί. Κι εμείς οι αλήτες. 17 Νοεμβρίου. Πρωί-πρωί. Με χουντικούς μπασκίνες και μολιερικούς προέδρους αισχροκερδών εμπορικών συλλόγων που εύχεσαι να τους κόψει κάποιος τη γλώσσα για να πάψουν επιτελούς να ασελγούν. Να μας διαλύουν τον εγκέφαλο. Να μας προσβάλλουν και να μας υποτιμούν. Να υπερασπίζονται τους μπάσταρδους και το πολεμοχαρές σινάφι τους. Να μας θάβουν ζωντανούς. Να κηδεύουν το Πολυτεχνείο. Αυτοί οι προστάτες του. Αυτοί οι προστάτες των ακόμα σπουδαιότερων προστατών του. Σκέφτεσαι. Πεθαίνουμε καθημερινά, εγκαταλείποντας τους εαυτούς μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο. Έτσι. Προχωράς. Προχωράω. Θα προχωράω. Τα κόμματα μοιράζουν κόλυβα τυλιγμένα σε ξεθωριασμένες μπροσούρες. Πίσω μας πέφτει ξύλο. Κάποιος σπαράζει. Τα παιδιά σας, δέρνουν τα παιδιά σας. Ο θίασος σταματάει. Τον κοιτάζει. Ακινητοποιημένοι. Η κλεψύδρα του χρόνου δεν υπάρχει μες στον χρόνο. Για μια στιγμή. Ο προφήτης. Ο σαλός. Για μια στιγμή. Μετά γίνεται άγγελος και φτερουγίζει. Μας κοιτάζει από ψηλά. Και κλαίει. Για κάθε φτερούγα που αιωρείται, κι ένας άνθρωπος απελπισμένος. Μια σειρήνα ασθενοφόρου. Ένα καδρόνι. Τα γκλομπς. Η βαθιά, ατέλειωτη νύχτα των στεναγμών. Για κάθε φτερούγα που χάνεται, κι ένα αιμόφυρτο παιδί. Κάθε τρελό παιδί έχει στο χέρι δάκρυ της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι. Ένα τρελό παιδί φοράει την κουκούλα δίπλα μου. Τον καμαρώνω. Για τη μαγκιά του και το κουράγιο του. Και για την βλακεία του ίσως. Μέχρι να φρικιάσει το πρόσωπό του και να μεταμορφωθεί σε παραίσθηση. Ο πόλεμος και η μοναξιά του. Τρεις από δω. Πέντε από κει. Κανείς μέσα μου. Τώρα που τον χρειάζομαι. Πάντα σκόρπιος. Πάντα σκόρπιοι. Αν μαζί, πυροτεχνήματα εκεί που κάθε φορά κοιτάζουμε. Ψηλά. Στα πόδια μας. Εκεί που μάτωσαν τα μάτια μας. Εκεί που χάθηκαν τα λόγια μας, τα πικρά μας λόγια, τα ολότελα δικά μας. Νεοελληνική πιτσιρικαρία συσσωρευμένης εκτόνωσης. Και πρόωρου ανδρισμού. Γαμάμε και τα σπάμε. Έξω απ΄ την Πρεσβεία. Στα στενά και στα σοκάκια. Αντάρτικο πόλεων. Ανταρτόπουλα του πενηντάευρου και των σκυλάδικων. Σπασμένα κεφάλια στο τέλος. Έτσι. Γίνομαι άντρας. Γίνομαι άντρας εγώ. Σκάβοντας τον λάκκο μου. Με γυάλινο μάτι και χάρτινα φτερά παγωνιού. Φουσκωμένα. Γίνομαι άντρας εγώ. Γίνομαι. Φοβάμαι. Λίγο. Αναζητώ το χέρι της κοπελιάς μου. Με σφίγγει. Με κρατάει. Συνεχίζω να ελπίζω. Ξυπνάω. Και οι φίλοι μου δίπλα. Κατεβαίνουμε στο μετρό. Κουράστηκα και γκρινιάζω λίγο. Θα μου περάσει όμως. 4-5 μπάτσοι, αποκαμωμένοι κι αυτοί, διασχίζουν τον διάδρομο κοντά στις αποβάθρες. Να η ευκαιρία, σκέφτομαι. Να τους την πέσουμε για να μάθουν πως είναι να σε βαράνε δέκα άτομα. Το μετανιώνω. Δεν έχει νόημα. Ανακύκλωση ηλιθίων. Η εξουσία κοιτάει τα λεκιασμένα από αίμα χέρια της στον καθρέφτη κι αναφωνεί. Ego sum qui sum. Εγώ ειμί ο ων. Το ακίνητον κινούν. Εσείς και οι ζωές σας. Το δάχτυλο που βάζετε στο στόμα σας για να ξεράσετε. Το πιστόλι στο κρόταφο. Αυτά που τρώτε και πίνετε. Οι δουλειές σας και οι οικογένειές σας. Η αγάπη. Γιατί πιο κάτω απ΄ την αγάπη δεν έχει, μ’ ακούς; Και σαν στο «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» του Αγγελόπουλου, σ’ εκείνη την σκηνή στο λεωφορείο, κάποιος από μας υποστυλώνει μια κοκκινόμαυρη σημαία. Τα πραγματικά γεγονότα τελείωσαν. Τίτλοι τέλους. Καληνύχτα.

Η συνέχεια, αύριο στις ειδήσεις. Και στους ίσκιους που αφήνουν πίσω τους τα χελιδόνια. Φεύγοντας.

16 Νοε 2006

O ΡΟΛΦ ΠΟΛΕ, ΔΥΟ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ ΤΟΥ '73

Ο ειδικός μας συνεργάτης και μυστικός πράκτορας Humanimal για μια στιγμή ξαποσταίνει και ακονίζει τη μνήμη του...

Μέρες που είναι, ακονίζω τη μνήμη μου... Τέτοιες μέρες ήταν το ’75, όταν το ΠΑΣΟΚ, ως αντιπολιτευόμενο κόμμα τότε, διετύπωσε για πρώτη φορά την άποψη να καθιερωθεί ως εθνική εορτή η επέτειος της εξέγερσης... Ήταν το ’80, όταν οι δυνάμεις της τάξης δολοφόνησαν τους διαδηλωτές Ιάκωβο Κουμή και Σταματίνα Κανελλοπούλου...
Ήταν το ’81, όταν οι Μακιαβέληδες με τα ζιβάγκο καθιέρωσαν τον επίσημο εορτασμό της επετείου της εξέγερσης και εγκαινιάστηκαν νέα δημοκρατικά έθιμα, όπως οι θλιβερές γιορτές στις σχολικές αίθουσες και η κατάθεση στεφάνων στην πύλη του πολυτεχνείου από ένστολους...
Ήταν το ’85, όταν σε συμπλοκές μπάτσων με αναρχικούς, ο μπάτσος των ΜΑΤ, Αθ. Μελίστας, που αθωώθηκε τελεσίδικα πέντε χρόνια αργότερα, δολοφόνησε το Μιχάλη Καλτεζά στην οδό Στουρνάρη. Σύντροφοι του Καλτεζά κατέλαβαν το Χημείο για να καταγγείλουν την πρωτοφανή καταστολή, που ολοκληρώθηκε με τη σύλληψη των καταληψιών μετά από εισβολή της Ελ.ΑΣ. στο κτίριο -την εντολή για την άρση του ασύλου έδωσε ο Μιχ.Σταθόπουλος, τότε πρύτανης, αργότερα υπουργός Δικαιοσύνης και εισηγητής του πασοκικού τρομονόμου...
Ήταν το ’95, όταν στη θέα της καιόμενης ελληνικής σημαίας ο ΑΝΤ1 διοργάνωσε τηλεοπτικό δημοψήφισμα, καλώντας τους τηλεθεατές-δημοκρατικούς πολίτες να ψηφίσουν ναι ή όχι στην άρση του ασύλου. Ο τότε πρύτανης, Μαρκάτος, δίνει τη δική του έγκριση και η ΕΛ.ΑΣ. εισβάλλοντας στο πολυτεχνείο συλλαμβάνει 504 καταληψίες...
Ήταν το ’96, όταν η επέτειος εορτάστηκε με τον δέοντα δημοκρατικό τρόπο, καθώς κάλυψαν το πολυτεχνείο σχεδόν εξ ολοκλήρου με σιδηροκατασκευές- σιδηρόφρακτη δημοκρατία και εν τάξει η κενωνία...
Μέρες που είναι, θέτω για κατακλείδα του σημειώματος τους στίχους που συμπεριέλαβε ο Ρολφ Πόλε στην προσωπική του δήλωση, όταν δικαζόταν απ' το γερμανικό κράτος το 1973, δύο μήνες πριν την εξέγερση του πολυτεχνείου...
«Εχω πολλούς πατέρες κι έχω πολλές μητέρες
Κι έχω πολλές αδερφές κι έχω πολλούς αδερφούς
Οι αδελφοί μου είναι μαύροι κι οι μητέρες μου κίτρινες
Κι οι πατέρες μου είναι κόκκινοι κι οι αδελφές μου ανοιχτόχρωμες.
Κι είμαι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων
Και τ' όνομά μου είναι άνθρωπος
Και ζω απ' τον αέρα και ζω απ' το ψωμί
Και ζω απ' το φως και ζω απ' την αγάπη
Κι έχω δυο μάτια κι όλα μπορώ να τα δω
Κι έχω δυο αυτιά κι όλα μπορώ να τα καταλάβω.
Κι έχουμε έναν εχθρό, αυτός μας στερεί τη μέρα
Ζει απ' τη δική μας τη δουλειά
Και ζει απ' τη δύναμή μας
Κι έχει δυο μάτια και δεν θέλει να δει
Κι έχει δυο αφτιά, κι όμως δεν θέλει να καταλάβει.
Κι είναι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων
Κι έχει πολλά ονόματα.
Και ξέρω, θα πολεμήσουμε
Και ξέρω, θα νικήσουμε
Και ξέρω, θα ζήσουμε
Και θ' αγαπηθούμε
Κι ο πλανήτης Γη
Σ' όλους μας θ' ανήκει
Κι ο καθένας θα έχει αυτό που χρειάζεται
Και δεν θα πάρει πια δέκα χιλιάδες χρόνια
Γιατί έφτασε η ώρα».

ΣΟΥΣΑΜΙ... ΚΑΤΕΒΑ!


Σίγουρα η πρώτη και μάλλον η τελευταία φορά που θα ενδώσω στο αμάρτημα του μετα-blogging... Αλλά η χαρά της ανακάλυψής μου είναι τόσο μεγάλη... Λοιπόν, χωρίς πολλά-πολλά λόγια, ένας από τους πιο feelgood δίσκους όλων των εποχών, τον οποίο είχε την ευγενική καλοσύνη να μοιράζεται κάποιος daddyrich στο http://corneliussaid.blogspot.com/


Κατεβάστε λοιπόν το Bert & Ernie's Greatest Hits αποδώ: http://preview.tinyurl.com/yau5l5


Μου φτιαξε τη διάθεση, μιλάμε...
Ετσι, να χαλαρώσουμε λίγο, πριν σοβαρέψουμε και πάλι σε λίγο, απότομα...