12 Ιουν 2025

Δεν αυτοκαταστράφηκα ακόμη

Νόμιζα ο -στα όρια γνωστού δοστογιεφσκικού ήρωα και ιγκιποπικού άλμπουμ- αδαής Παναής ότι τα βιβλία αυτοβοήθειας και αυτοβελτίωσης είναι καινούργιο φυντάνι, προϊόντα του ύστερου υστερικού καπιταλισμού, φευ όμως, και μακάριος ο αδαής Παναής, καθότι φαίνεται πως τέτοια βιβλία υπήρχαν από την αρχαιότητα –ως τέτοια λογίζονται πχ το Εργα και Ημέραι του Ησίοδου, κάποια του Επίκτητου και τέλος πάντων ανοίχτε -όχι κάνα βιβλίο αλλά- καμιά σελίδα της γουικιπίντια άμα θέλετε να μάθετε και άλλα. Διότι δεν είναι το θέμα μας (μου) αυτό.
Χθες μια κυρία, αφού αγόρασε κάποια αστυνομικά βιβλία, μού εκμυστηρεύτηκε την απογοήτευσή της: Δεν διαβάζει ο κόσμος τη σήμερον ημέρα και η νέα γενιά ειδικά και τα λοιπά και τα λοιπά. Δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή είμαι ένας πικρόχολος μεσήλικας, σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα, ότι οι άνθρωποι που λένε τέτοιες ατάκες νομίζουν ότι το διάβασμα είναι κάτι πολύ σπουδαίο (δεν είναι) και ότι το να διαβάζουν τους κάνει καλύτερους από όσους δεν διαβάζουν (πλάνη μεγίστη). Γενικώς οσμίστηκα έναν άλφα και βήταγαμαδέλταέψιλον, να δεις τι ξεκινά από έψιλον; α, ναι, ο ελιτισμός!
Μετά έπεσε ευτυχώς στα χέρια και όχι στο κεφάλι μου το βιβλίο ενός Αρνολντ Μπένετ, ο οποίος ήτο μπεστσελερίστας των αρχών του 20ού αιώνος, σχετικά λησμονημένος και κομματάκι απαξιωμένος σήμερα – ας όψεται η Βιργίνια η Γουλφ, θα φτάσουμε και σε αυτό. Ο Άρνι διηύθυνε ένα γυναικείο περιοδικό και συνέγραψε πλήθος βιβλίων, διηγήματα, μυθιστορήματα και βιβλία αυτοβοήθειας-αυτοβελτίωσης με τίτλους “Η συνετή ζωή”, “Πνευματική Αποτελεσματικότητα”, “ο Καθημερινός Άνδρας και η Σύζυγός του”, “Πώς να τα καταφέρετε στη ζωή”, “Πώς να ζείτε 24 ώρες το 24ωρο”, “Πώς να αναπτύξετε λογοτεχνικό γούστο” ωωωωωπ! εδώ είμαστε: Ενας λόγος που μού φαίνεται συμπαθής ο κος Μπένετ ήταν ότι πίστευε στον εκδημοκρατισμό των τεχνών, στην τέχνη για όλους, και δεν συμπαθούσε τις πνευματικές ελίτ. Μα και οι πνευματικές ελίτ της εποχής δεν τον συμπαθούσαν. Κοτζάμ δοκίμιο 24 σελίδων έγραψε κοτζάμ Βιρτζίνια Γουλφ για να τον κατακεραυνώσει. Μη με ρωτάτε όμως ούτε αν το βιβλίο του Μπένετ είναι καλό, ούτε τι ακριβώς του καταλογίζει η Γουλφ στο δοκίμιό της, δεν τα έχω διαβάσει (έχουμε και δουλειές να κάνουμε). Ξέρω μόνο ότι μπορεί ο δύσμοιρος Μπένετ να θεωρείται ελάσσων σήμερα, σε αντίθεση με τη Γουλφ, ωστόσο ακόμη και σήμερα στη Γηραιά Αλβιόνα φτιάχνεται μια ομελέτα που φέρει το όνομά του, ομελέτα Αρνολντ Μπένετ. Δεν ξέρω αν είναι ωραία, δεν την έχω δοκιμάσει. Εμφανώς όμως ο κος Μπένετ κάποια αυγά έσπασε.

7 Μαΐ 2024

είναι πια αργά

Αντιλήφθηκε τον έρωτα της ξανθιάς για τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, δώρο του παππού του, που είχε μπουχτίσει από την Αμερική, όταν μικρό παιδί έβλεπε συχνά στην έρημο αυτοκίνητα να συνοδεύουν φέρετρα με παγωμένα μαλλιά, χρυσά και κρυστάλλινα, και να κάνουν στάση σε κακόφημα μπαρ στο χάιγουέη αριθμός τάδε, κλειστά την ημέρα, ανοιχτά μόνο τη νύχτα.

Και λίγο πριν το τέλος ενός ακόμη μακάβριου και πληκτικού χρόνου εξέτασης του πιστολέρο, κατά την οποία οι γιατροί παρατήρησαν κάτι πακέτα ξέχειλα από δάκρυα και ενοχές, αγόρασε ένα βιβλίο ταλαιπωρημένο, που έδειχνε έτοιμο να παραδώσει στην αστυνομία τον τελευταίο παγανιστή της γης, ο οποίος,  τραγουδώντας απαλά, χωρίς σημάδια από πληγές, για τον μάγο και το λιοντάρι, επέπλεε στο πηγάδι φορώντας ένα μακρύ παλτό, δώρο κι αυτό του παππού του, που κι αυτός είχε μπουχτίσει με την Αμερική, σαν βραστή γαρίδα στο κατσαρόλι, μέσα από το οποίο αναδύθηκε ένας γέρος πιανίστας που σχεδόν χωρίς καμία αντίσταση έσπασε τον αντεστραμμένο καθρέφτη μιας γλώσσας με άγνωστες φθογγικές μεταβολές.

Τα νύχια του είχαν ένα τρομερό κόκκινο χρώμα σαν του νυχτερινού κηπουρού ύστερα από χρόνια σκληρής δουλειάς. Ξάπλωνε στο αχυρόστρωμα μες στη μιζέρια και μια σιωπή που ξεκούφαινε όλους όσοι είχαν ακούσει την ιστορία για τα νεκρά αγόρια που δημιουργούσαν διαλέκτους βγαλμένες από παλιά μιούζικαλ για τον μαθηματικό, που, όταν το αφεντικό ξεκλείδωνε την πόρτα του κελιού του, ζητούσε αυτόγραφο από το φεγγάρι, οι πολιτείες του οποίου έτειναν τις κιμωλίες τους προς τους αστυνομικούς, που ανέδιδαν μια χαρακτηριστική μυρωδιά έρωτα, κρασιού και μακρινής Αμερικής.

Σαν βλάκες ποθήσαμε τον απόλυτο έρωτα και λιώσαμε κανείς δεν ξέρει πόσα ζευγάρια αρβύλες στο μεγάλο πουθενά αναζητώντας τον, με την υγεία μας σε εξαιρετική κατάσταση παρόλη τη λάσπη και τα επεισόδια σε επανάληψη μιας κοκκινόμαυρης επανάστασης στην τηλεόραση.

Τίποτε δεν βρέθηκε ποτέ και πουθενά. 


22 Απρ 2024

the great pretender

Το αποφάσισε ένα πρωί κρατώντας ένα βιβλίο του Κρασναχορκάι που δεν το διάβαζε γιατί στην πραγματικότητα χάζευε στο ίνσταγκραμ. Δεν του διέφευγαν οι αντικειμενικές δυσκολίες του εγχειρήματος. Πώς να πείσεις έναν Ντενίρο, έναν Πατσίνο ή έστω έναν Πολ Τζιαμάτι να δεχτεί το ρόλο; Εντέλει συμβιβάστηκε με έναν παντελώς άσημο άνεργο ηθοποιό που στο βιογραφικό του είχε να επιδείξει σχολικές παραστάσεις και κανά δυο κομπαρσιλίκια σε αυτές τις διαφημίσεις όπου χαρούμενοι άνθρωποι χόρευαν γύρω από ένα αναψυκτικό. 

Εγώ θα είμαι η ζωή σου στο εξής, του ανακοίνωσε. Κάτσε να σου πω τα γεγονότα των τελευταίων 46 χρόνων. Οχι πολλα, όχι συγκλονιστικά. Δεν είμαι δύσκολος ρόλος. Λίγο μαλάκας μόνο. Ορίστε οι λογαριασμοί μου στα κοινωνικά δίκτυα, ορίστε η τηλεφωνική μου ατζέντα, ορίστε και οι ηχογραφημένες μου ψυχοθεραπείες. Η αμοιβή σου θα είναι ο βασικός μισθος, συν οδοιπορικά, μπόνους, δωρεές από τρίτα μέρη, ΈΣΠΑ, χορηγίες, φιλανθρωπίες και ό,τι άλλο μπορείς να εξασφαλίσεις. Θα είμαι αρχικά στο πλάι σου, αλλά το πλάνο είναι να αποσυρθώ τελείως από τη ζωή μου. Θέλω να παραιτηθω και τα υπόλοιπά μου χρόνια θα τα ζήσεις εσύ αντ’ εμού. Σύμφωνοι; 

Σύμφωνοι. 

 Κι έτσι απλώς παραιτήθηκε από τη ζωή του, που την είχε βαρεθεί. Εκατσε σε μια καρέκλα σκηνοθέτη, ρουφούσε φραπέδες και παρακολουθούσε τον ηθοποιό να παίζει τη ζωή του. Δεν ήταν κακός. Φαινόταν να μπαίνει μέρα με τη μέρα στο πετσί του ρόλο, να δίνει μια πειστική ερμηνεία, να τον ενσαρκώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Λίγες φορές μόνο χρειάστηκε να παρέμβει και δώσει να κάποιες οδηγίες. Σύντομα δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε. Σηκώθηκε από την καρέκλα του σκηνοθέτη, άραξε στον καναπέ και απολάμβανε τη ζωή του σαν θεατρική παράσταση, παιγμένη από κάποιον άλλο. Δεν άργησε να έρθει η επιτυχία, καλλιτεχνική και οικονομική. Η αγάπη του κοινού, το χειροκρότημα, τα χρήματα –δεν ήταν όμως δέκτης τους ο ίδιος, ήταν αυτός παιγμένος από κάποιον άλλον. Πάρτυ, γυναίκες, γλέντια, κόκες, φωτορεπορτάζ, βραβεία. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν απολάμβανε αυτός. Ολα πήγαιναν στον ηθοποιό που έπαιζε στη δική του ζωή καλύτερα από τον ίδιον. Σύντομα τον έπνιγε η ζήλια. Στην τελική αυτός όριζε τη ζωή του, αυτός είχε βάλει τις βάσεις για την επιτυχία. Αυτός ήταν αφεντικό του εαυτού του και του ηθοποιού της σειράς που είχε το θράσος να παίζει τη ζωή του. Χωρίς δισταγμό, ανακοίνωσε στον ηθοποιό την απόλυσή του. Στην τελευταία του εμφάνιση, ο ηθοποιός επιδόθηκε σε έναν άνευ προηγουμένου και εκτός σεναρίου συγκλονιστικό μονόλογο καταγγέλλοντας την εργοδοσία, που αφού τον ξεζούμισε, το πετάει στην άκρη σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Αρνήθηκε να παραιτηθεί και ζήτησε στήριξη από το κοινό. Και το κοινό ανταποκρίθηκε. Οι διαμαρτυρίες και οι διαδηλώσεις ήταν κοσμοϊστορικές. Ουδείς ήθελε τον πραγματικό, όλοι προτιμούσαν τον ηθοποιό. Και οι μέρες περνούσαν. Δεν άντεχε άλλο να ζει στην αφάνεια. Ηθελε πίσω τη ζωή του, έτσι όπως την είχε κάνει καλύτερη ο ηθοποιός. Αλλά δεν μπορούσε να την έχει. Ή εγώ ή κανένας, αποφάσισε. Και τα έκανε όλα λίγο βιαστικά, γιατί κατουριόταν: σκότωσε τον ηθοποιό και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. 

Καλλιτεχνική αυτοκτονία, έγραψαν τις επόμενες μέρες στις εφημερίδες.

14 Ιαν 2024

η υποθεση των χαμενων κορμιων

Πολυ πρωι, ησυχια μεσα κι εξω απο το γραφειο του φαντασιακου ντετεκτιβ Πιτερ Παν Γλιτς. Τα φαναρια στη διασταυρωση δουλευουν κανονικα, ουτε πλανοδιοι μουσικοι, ουτε οργισμενοι οδηγοι, ουτε μαρσαρισματα και πειραγμενες εξατμισεις, τραπ ραπ και αλλα κραπ. Μονο μια γυναικα που φωναζει. Ντυμενη στα μαυροκόκκινα, μοιαζει με μοναχικη αναρχικη πορεια. Σηκωνει τη γροθια της απειλητικα προς τον ουρανο και φωναζει, ισως βρισιες, σε μιαν αγνωστη γλωσσα, ακαταληπτη. Ο Γλιτς πιανει κανα δυο λεξεις γαλλικες, ισως καποιες ιταλικες, ενα πολλακις επαναλαμβανομενο σπανιολικο puta. Λες να ειναι εσπεραντο ή μηπως ντεσπεραντο, η γλωσσα των απανταχου απελπισμενων; αγουροξυπνημενοι γειτονες με ρομπες, πιζαμες, μαραμενες στυσεις κατω απο ξεχειλωμενα μποξερακια την κανουν χαζι απο τα μπαλκονια. Ομως του Γλιτς το αυτι δεν ιδρωνει, παροτι κοκκινιζει (απο ντροπη συνηθως). Διαβαζει την αυτοβιογραφια ενος λατινοαμερικανου επαναστατη (αρχικως), συγγραφεα (ακολουθως) και τυχοδιωκτη (γενικως) και ακουει εκεινο το ντεμπουτο των Ride και σκεφτεται τρια τουλαχιστον πραγματα ταυτοχρονα (διαπρεπει στο μουλτιθινκινγκ, οχι και τοσο στο μουλτιτασκινγκ, στο δε μουλτιφακινγκ αστο καλυτερα...): σκεφτεται τον φωτογραφο του κυματος στο εξωφυλλο των ride, πιονερο της φωτογραφιας σκειμπορνταδων και σερφερ, ο οποιος υπεστη ενα σκασμο τραυματισμους κατα τη διαρκεια φωτογραφισεων και μπουχτισμενος καποια στιγμη τιναξε τα μυαλα του στον αερα. Σκεφτεται επισης το μισος του για τον φασιστα Σελιν, σε αντιδιαστολη με την αγαπη του για τον λατινοαμερικανο τυχοδιωκτη επαναστατη συγγραφεα, σκεφτεται και την τελευται υποθεση που εχει αναλαβει, που μοιαζει με την υποθεση που ο Μπουκοφσκι ανελαβε στο Παλπ, οταν μια μοιραια γυναικα του ανεθεσε να βρει τον Σελιν. Αντιστοιχα απο τον Γλιτς ζητηθηκε να βρει τα Χαμενα Κορμια, το βιβλιο στο οποιο βασιστηκε η ταινια του Λανθιμου, αλλα στην αρχικη τους εκδοση, με το ωραιο εξωφυλλο, οχι αυτο της νεοτερης εκδοσης με αφορμη την ταινια. Ο Γλιτς αρνηθηκε και με υφος Μπογκαρτ ειπε στη μοιραια γυναικα που ηθελε να του αναθεσει την υποθεση: μωρο μου, δεν αναλαμβανω τετοιες υποθεσεις, που συμβαδιζουν με την τρεχουσα επικαιροτητα, εγω δεν ειμαι εμπορικος ντετεκτιβ, αν θελεις καποιον χιψτερ ντετεκτιβακο της πλακας να σου συστησω τον Πανο Βλαμμενο, που στην τελικη εχει το ψωνιο να γινει ντετεκτιβ βιβλιων, ή τον Πανο Κοιμισμενο που λυνει μυστηρια στον υπνο του, ναι, ισως αυτος που ονειρευεται οπως ρευεται μετα απο κοκακολα να μπορει να βρει τα... - ομως ο Γλιτς δεν τελειωσε ποτε τις σκεψεις του, το τσαι ειχε παγωσει, ο δισκος ειχε τελειωσει κι ενας καυγας (ο πρωτος μιας μερας που μεχρι να τελειωσει θα γραφεται πλεον με βητα ο καβγας) ειχε ξεσπασει στο δρομο εξω απο το γραφειο του Γλιτς, μια γυναικα αποκαλουσε ενα σκυλο ανισσοροπο κι αυτος της απαντουσε με σκυλαδικα, κι ο Γλιτς σκεφτηκε οτ, αν δεν τον λεγανε Παν, αλλα Παν Παν, θα ειχε γραψει την ανισορροπη, οχι ανισοπεδη, ντισκο. 
Κουρασμενος απο το τοσο μουλτιθινκιγκ (πολλησκεψία, να την πουμε κυριε Μπαμπη Νιωτη μου;) ο Γλιτς διαπιστωσε μια αλφα ποιοτικη φθορα στις σκεψεις του και αποκοιμηθηκε. 

27 Σεπ 2023

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ; ΟΧΙ! Τον ζύθον ημών τον επιούσιον

Παρότι τη γράφω με γιώτα και όχι με ύψιλον, πράγμα που σύμφωνα με πολλούς συμπότες αλλοιώνει τη γεύση της, πίνω πολλή μπίρα. Η μπίρα από μόνη της είναι ένας καλός λόγος να διαλέξω ένα βιβλίο, όχι ότι διαλέγω ένα βιβλίο υπό την επήρειά της (ντάξει, έχει συμβεί και αυτό) αλλά, να, πώς να μη διαβάσεις ένα βιβλίο με τίτλο “Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπίρα” (Αφόνσου Κρουζ, εκδ. Στιγμός);

Πίνω πολλή μπίρα, καθώς προείπα, αλλά αυτό, προφανώς, δεν αρκεί για να με κάνει Χριστό, ούτε καν Αντίχριστο. Ενδεχομένως η μπίρα κι ο παλιοχαρακτήρας μου να με καθιστούν άχρηστο (όπως με φώναζε χαϊδευτικά η μάνα μου), εντούτοις δεν είναι ώρα τώρα για ψυχανάλυση αλλά για σοβαρή βιβλιοκριτική: Το βιβλίο γαμεί, να το διαβάσετε. Κι αυτή είναι όλη κι όλη η εμπεριστατωμένη κριτική μου. Κάπου κάποιο άλλο άτομο μπορεί να γράψει σχετικά κάτι καλύτερο, πιο ολοκληρωμένο, πιο λογοτεχνικό, πιο βαθυστόχαστο, πιο ουσιαστικό.

Το πιθανότερο, βέβαια και δυστυχώς και στην καλυτέρα των περιπτώσεων, είναι κάποιος επώνυμος βιβλιοκριτικός, κάποιο δημοσιογραφικό Χερουβείμ, να αρκεστεί να κάνει κόπυ πέη(στ) την υπόθεση του βιβλίου από το οπισθόφυλλο, που συνιστά θανάσιμο αμάρτημα απ' αυτά που σου διασφαλίζουν μια θέση στην κόλαση μαζί με όσους παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους.

Εγώ από το ανίερο βήμα αυτό θα αρκεστώ να απευθυνθώ στον καημένο τον Νίκο τον Παραθθύρη, ιερέα στην Κορνουάλη, ο οποίος, σύμφωνα με πρόσφατη είδηση, ακούει τα σχολιανά του ο καημένος από τους πιστούς του, γιατί, αποφάσισε να σερβίρει μπίρα μέσα στον ιερό ναό προκειμένου να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στην εκκλησία. Λες και δεν είναι παράδοση οι μοναστηριακές μπίρες, λες και δεν έχει ξανασυμβεί κάτι αντίστοιχο στο Βέλγιο το 2017 (με ένα πρόχειρο γκουγκλάρισμα).

Παπα-Παραθθύρη, κουράγιο φίλε. Κι άμα στα πρήζουν οι πιστοί, αντί για κάνα χωρίο του Ευαγγελίου, διάβασέ τους αυτό από το “Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπίρα”:

“Το ποτό που έπιναν στον γεωγραφικό χώρο όπου κατοικούσε ο Χριστός ήταν η μπίρα. Το κρασί ήταν το ποτό των Ρωμαίων, των εισβολέων. Ο Χριστός δεν θα έπινε το ποτό των πλουσίων, αλλά θα έπινε ό,τι και οι φτωχοί, οι πουτάνες, οι αμαρτωλοί. Και αυτό ήταν η μπίρα, ένα λαϊκό σύμβολο”.

Σε περίπτωση που δεν είναι σαφές, να το ξαναπώ: το βιβλίο πολυγαμεί και καραδέρνει. Έχει τα πάντα: φολκλόρ, ψυχολογικά τραύματα, μοναξιές, βουκολικούς έρωτες, θεολογία, επιστήμη, απίθανους χαρακτήρες: στριπτιζουδες, αφρικανούς μάγους, ινδούς μυστικιστές, καθολικούς μαζοχιστές ιερείς που τους αρέσουν τα κωλομπατσάκια, κωλόμπατσους (απαραίτητοι), καουμπόηδες κι ενα ευφάνταστο στα όρια της γελοιότητας σχέδιο μετατροπής ενός πορτογαλικού χωριού σε Αγίους Τόπους. Σκέτη απόλαυση, λέμε.
Αυτό θα πει εμβρίθεια στην κριτική ανάλυση.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ; ΟΧΙ! Αμερικανική αγωγή και οι χαρές της λαθρακρόασης

Ας πούμε είκοσι μέρες πριν, δεν έχει σημασία, στο μπαρ που σερβίρει τα 72 διαφορετικά κοκτέιλ και όπου σαν πεισματάρηδες γεροξούρηδες εγώ κι ο Δ επιμένουμε να πίνουμε μόνο μπίρες.

Καθόμαστε. Ενας ανόρεχτος, ένας ορεξάτος. Πήρε ένα βιβλίο. Μου λέει ποιο. Τον κατακεραυνώνω για την επιλογή του. Καλά ρε μαλάκα, τα εναλλαχτικά μπεστσέλε πας και παίρνεις, τι είσαι ρε κάνας λογοτεχνικός φασαίος, τι είναι φασαίος; με ρωτάει, χίπστερ της λογοτεχνίας ασπούμε, του λέω (ψιλολανθασμένα, δεν έχει σημασία, δεν το ξέρει ότι κάνω λάθος γιατί έτσι με βολεύει, άλλωστε στην εποχή μας όλες οι έννοιες ορίζονται και επανακαθορίζονται κατά το δοκούν και καταπώς μας βολεύει την εκάστοτε στιγμή).

Είμαι απατεώνας. Αλήθεια. Συνηθίζω να μιλάω με πολλή σιγουριά και απαξιωτικά για πράγματα που δεν ξέρω παριστάνοντας τον ειδήμονα. Αλλά μόνο σε πολύ φιλικούς κύκλους (τι κύκλους δηλαδή, οι φίλοι μου είναι λιγότεροι και από τα δάχτυλα που απαιτούνται για να κάνεις το σήμα της νίκης, τέλος πάντων). Ξέρω ότι μπορώ ανά πάσα στιγμή σε αυτόν τον στενό κύκλο να αναθεωρήσω τη γνώμη μου, να την απαρνηθώ, να πω εν ολίγοις ό,τι μου καβλώσει και να μην παρεξηγηθώ. Απορώ γιατί.

Την Αμερικανική Αγωγή του Λέρνερ (εκδ. Δώμα) είχε πάρει ο φίλος. Τον κορόιδεψα τόσο (δεν ξέρω γιατί, ίσως ήταν οι μπίρες, ίσως τα ξηροκάρπια που σίγουρα θα μου προκαλούσαν στομαχόπονο...) που του γάμησα την ανάγνωση.

Δεν του αρέσει το βιβλίο, με ενημέρωσε τις επόμενες μέρες. Εντέλει μου το χάρισε. Δεν με χάλασε.

Το διαβασα. Μου άρεσε πολύ. Δεν έχει σημασία.

Φάστφόργουο τώρα, από τις είκοσι μέρες πριν, στην περασμένη Κυριακή που δευτεροψηφίζαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Στο ίδιο μπαρ. Πάλι μπίρες. Ανόρεχτες πολύ.

Τον κατακεραυνώνω: Καλά ρε μαλάκα, γιατί δεν σου άρεσε η Αμερικανική Αγωγή; Πρόκειται περί βιβλιάρας! Φοβερή γραφή, φοβερή πολυπρόσωπη αφήγηση. Και τι εύστοχο σχόλιο περί τραμπισμού ε;

Με κοίταξε σαν (να ήμουν) μαλάκας (είμαι, δεν είναι). Δεν μίλησε. Ή κι αν μίλησε, κι αν δικαιολογήθηκε, κι αν επιχειρηματολόγησε, κι αν με έβρισε, δεν τον άκουσα. Διότι η προσοχή μου ήταν ήδη στραμμένη αλλού.

Περίμενα τα πρώτα αποτελέσματα των εκλογών στο ΣΥΡΙΖΑ, όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί ήθελα να δω τις αντιδράσεις της παρέας στο διπλανό τραπέζι, των οποίων τη συζήτηση κρυφάκουγα όταν δεν κατακεραύνωνα τον φίλο μου περί Αμερικανικής Αγωγής (απορώ καμιά φορά γιατί με κάνει παρέα...). Με αρέσει να κρυφακούω, τη βρίσκω, κρυφακούω συχνά, όχι παντα επιτυχημένα, ίσως επειδή έχω τρίχες στα αυτιά.

Είχανε όλοι ψηφίσει. Αυτοί στο διπλανό τραπέζι. Κάποιοι τον ένα, άλλοι την άλλην. Δεν λέω τα ονόματα των δύο υποψηφίων, δεν θέλω να κάνω κλικμπέητ ή να πλακώσουν οι συριζοκαβγάδες εδώ πέρα... Πάντως είχε γίνει εμφανές πως όσοι ψήφισαν αυτόν που εντέλει κέρδισε τον ψήφισαν κυρίως γιατι η άλλη (και οποιοδήποτε απ' τα παλιά στελέχη) δεν μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Δεν τους ενδιέφερε η Αριστερά, η πολιτική, το πρόγραμμα ή οτιδήποτε άλλο: απλώς πιστεύανε ότι με αυτόν, που τελικά κέρδισε, το κόμμα τους θα επανέλθει στην εξουσία.

Οκ, τίμιο (ασπούμε), σκέφτηκα. Διαφωνώ όμως. Μάλλον. Τι σημασία έχει άλλωστε τι πιστεύω εγώ;
Πληρώσαμε, φύγαμε.

Την άλλη μέρα με πονούσε το στομάχι. Μάλλον από τα ξηροκάρπια.

Διάβασα και αναλύσεις στο ίντερνετ. Συχνά διαβάζω πράγματα στο ίντερνετ χωρίς να με ενδιαφέρουν: ζώδια, γκόσιπ, αθλητικά, στήλες ευζωίας και εσωκομματικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ.

Πολλές αναλύσεις, επικριτικές προς τον νικητή των εκλογών, κάνανε παραλληλισμούς του νικητή με τον Ντόναλντ Τραμπ, μιλούσαν για τραμπισμό.

Ανάφερα αυτό το γεγονός στον φίλο μου, που δεν του άρεσε η Αμερικανική αγωγή, αυτό το βιβλίο-εύστοχο σχόλιο περί τραμπισμού.

Να μου το φέρεις πίσω το βιβλίο, μ' είπε. Θέλω να το ξαναδιαβάσω.

Ε, τι να κάνω κι εγώ; του το πήγα γιατί πάνω απ' όλα είμαι ένας καλός και στοργικός φίλος.

23 Ιουλ 2023

Διακοσιες τοσες λεξεις απο τις δυο πρωτες σελιδες του Φράνκεστάιν

Ολη μέρα κάθομαι και κοιτάω τα ρολόγια να γυρνούν, τους δείκτες να κάνουν πιρουέτες, να προσγειώνονται και να βουλιάζουν στο πεζοδρόμιο, όπου στέκεσαι με μια μπίρα στο χέρι και μου λες κάτι ανησυχητικό για μια γάτα που τη συνέλαβαν με μια βόμβα οι μπάτσοι στη Χαβάη. Ας σιωπήσουμε για λίγο, σου λέω, κι ας κοιταξουμε τα αεροπλάνα που έχω πάντα πρόχειρα στην τσέπη, ειδικά για περιστάσεις σαν αυτήν, που απαιτούν μιαν αλήθεια που δεν ξέρω πώς να την εκφράσω, λες εντάξει και μένεις ξαπλωμένη στον καναπέ για κάναν χρόνο, σαν αφίσα ταινίας της δεκαετίας του ΄70 ή σαν φωτογραφία ουρανοξύστη σε γκλάμορους ενυδρείο, μιλώντας με έφηβους καρχαρίες στο τηλέφωνο να τους προειδοποιείς ότι είναι καλύτερα να φύγουν και να μη σκέφτονται οπισθοδρομικά και ότι είναι καλύτερα να θάβουν τα ναρκωτικά και τα κλάματα στην παραλία.

Κι ύστερα από μισό όνειρο συνέρχεσαι, όσο μελό κι αν ακούγεται, ξανάρχεσαι σαν τις χιονοστιβάδες που μας εγκλώβισαν κάποτε στο πλυντήριο αυτοκινήτων, να πίνουμε το ένα ποτέ μετά το άλλο, λέγοντας ότι ποτό δεν βρήκαμε στα μηχανήματα ούτε στα μαλλιά σου, και στεκόμαστε δίπλα στη θάλασσα βγάζοντας θαλάσσιους ήχους προς τον γαλάζιο ουρανό που μας έχει γαμήσει τον εγκέφαλο, διότι οι μαγνήτες τρελαίνουν τις μηχανές και μας δίνουν μια προαίσθηση του μέλλοντος, σαν τα καρτούν στην τηλεόραση και τις καλοκαιρινές σειρήνες. Δεν θέλω άλλο ηλεκτρισμό, ούτε και πάγο, ζορίζομαι για να μην κλάψω κι εσύ εντυπωσιάζεσαι απ' αυτό και δεν με ακούς, παρότι δεν έχω και τίποτε της προκοπής να πω.


23 Ιουν 2023

Το τίμημα της προόδου

Οι φίλοι του έπιναν πολύ. Ήταν, υποτιθεται, ξυλουργοι, ανάθεμα ομως αν τους ειχε δει ποτέ να καρφώνουν έστω ένα καρφί. Είχαν όλοι τους μαλλιά σαν του Ρόμπερτ Πλαντ. Τον κερνούσαν μπίρες και τσιγάρα.

Ο Κάρλος έβαλε τα κλάματα με ένα περιστέρι στο δεξί του χέρι. Στ' αριστερό η σημαία της χώρας του, φτιαγμένη από κουρέλια.

Προσπάθησε να χαμογελάσει για τη φωτογραφία.

Έβαλε τα κλάματα ξανά.

"Κάθε κουβέντα αφορά τα φράγκα και κάθε πρωί παίρνω τους δρόμους, ότι τάχα πηγαίνω στη δουλειά, δυο μήνες που μ' εχουν απολύσει, δεν το 'χω πει πουθενά κι αυτό το αρχίδι με το μουστάκι κάθε μέρα με κλέβει τα ρέστα και θα γινόμουν σούπερσταρ, τουρνέ στην Ευρώπη, η πόλη μας έχει τόσο αλλάξει και κάθε αγώνας ποδοσφαίρου μού φαίνεται πια μονότονος".

Την επόμενη μέρα τον βάλανε στο ίδρυμα.

Λίγες μέρες μετά το έσκασε. Όχι μόνος.

Πάμε στις πυραμίδες, του είπε, απ' τη θέση του συνοδηγού.

Αυτός συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι.


Της ήταν δύσκολο να κάνει φίλους. Της ήταν δύσκολο να κοιμηθεί. Για τον ύπνο, είχε καβατζώσει κάτι χάπια. Μπίρες και τηλεπαιχνίδια. Τα βήματα του γείτονα όταν γύριζε από τη δουλειά. Δεν τον είχε δει ποτέ. Ενα βράδυ, μπουκάλι, ποτήρια και πάγος, τού χτύπησε την πόρτα - να πιούμε ένα γείτονα, να γνωριστούμε καλύτερα; Ποτήρι στο ποτήρι, τα καλύτερα τραγούδια του Σινάτρα, χορός, πήγε να της βάλει χέρι, πήγε να του το σπάσει. Εσπασε τα ποτήρια τελικά, έφυγε. Εκτοτε όποτε συναντιούνταν τυχαία στη γειτονιά, κοιτούσαν κι οι δυο από την άλλη.

Λίγους μήνες μετά τη βάλανε στο ίδρυμα.

Πολλούς μήνες μετά, το έσκασε.

Με τον Κάρλος.


Εχει κάτι διαβολικό η ασυμμετρία, δεν συμφωνείς; Και το παν είναι να μη γίνουμε κυνικοί σαν δικηγόροι ή ένα άδειο κουστούμι σε ακριβά εστιατόρια. Καλύτερα τρομαγμένοι ροκ σταρ με μια βούρτσα μαλλιών για μικρόφωνο, θα σου άρεζα περισσότερο μωρό μου χωρίς τα γυαλιά;

Τέτοια του έλεγε από τη θέση του συνοδηγού. Κι αυτός συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι.

Τρεις μέρες οδηγούσαν χωρίς προορισμό, με τους μονολόγους της και σιωπή γεμάτη εκνευρισμό. Φορούσε βέρα. Δεν είμαι παντρεμένη, του είπε. Εκλεψα το δαχτυλίδι του γιατρού που με μπούκωνε με φάρμακα μπας και βάλω τη ζωή μου σε τάξη.


Αφότου δραπέτευσαν, ένα σκίτσο της αστυνομίας αναρτήθηκε παντού. Καταζητούμενοι φτιαγμένοι σαν καρτούν.

Οι μέρες περνούσαν. Του έλεγε τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες. Οι λέξεις κάθε φορά σήμαιναν όλο και λιγότερα

Αυτός πια δεν άκουγε, αλλά κουνούσε το κεφάλι.

Διάλειμμα για διαφημίσεις με συσκευασίες προϊόντων πεταμένες στην παραλία. Κάθισαν λίγο και ύστερα για πάντα εκεί. Ένιωθαν ταιριαστοί με το τοπίο.  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ολες οι λεξεις και εικονες κλεμμενες/παραλλαγμενες απο τον δισκο the price of progress των hold steady

31 Ιουλ 2022

234 λέξεις από το Κοιμήσου Τερατάκι*

Δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι τη μέρα του θανάτου μου, κανείς άλλος δεν θα είναι εκεί, παρά μόνον εσύ, ο τελευταίος αποχαιρετισμός, κι οι αποχαιρετισμοί μας πάντα κρατάνε πολύ, θα έχω φτιαχτεί τόσο πολύ που θα βλέπω τις καλύτερές σου φίλες στην πισίνα, γυμνές, να μας προσκαλούν σε όργιο, κι εσύ θα μου λες κοιμόσουν για μέρες, αλήθεια, πώς το κάνεις αυτό, κι άραγε θα προλάβω να σου διηγηθώ τα περίεργα όνειρά μου για τα ακουμπισμένα τακούνια σου στον τοίχο και τους ανώνυμους ευνούχους να τραγουδούν τραγούδια του '80 κρεμασμένοι από τα δέντρα; Απέτυχα να με ερωτευτείς έστω για λίγο τότε που βουτούσες σε ποτάμια κάτω από αθώους ουρανούς, ίσως γιατί άνθρωποι σαν και σένα πατούν γερά στη γη, γεμίζουν και αδειάζουν τα ποτήρια τους και προσαρμόζουν την πραγματικότητα στα μέτρα τους όσο εγώ σκέφτομαι μόνον πράγματα άχρηστα και ονειροπολώ με το κεφάλι χωμένο μέσα στα ηχεία που παίζουν πολύ δυνατά τραγούδια για μοναχικούς νεκρούς κομπάρσους της ιστορίας και κρύβω το χόρτο δίπλα στο κρεβάτι, το προτιμώ από το αλκοόλ που με κάνει λιγάκι επιθετικό, αλλά δεν βρίσκω αναπτήρα πουθενά και τα έχω πάρει στην κράνα, την ημέρα, λοιπόν, που θα πεθάνω, θα με κοιτάς όπως κοιτάς τα σκουλήκια του εργαστηρίου, ένα αντικείμενο προς έρευνα και μελέτη, άλλωστε δεν είμαστε και τόσο δεμένοι, είπες, κι εγώ διαβάζω ξανά και ξανά αυτές τις γραμμές στις 5 το πρωί, τρελαίνομαι πιστεύω, αλλά μπορεί και όχι τελικά. 

 

* όλες οι λέξεις κλεμμένες από το Σλιπ Γουέλ Μπιστ των Νάσιοναλ  

7 Μαΐ 2022

εισαγωγικό πείρα(γ)μα


Καθισμένη στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, με τις οθόνες των ματιών σου καρφωμένες στη λεζάντα της όχι ιδιαίτερα κολακευτικής φωτογραφίας μου σε μια εφημερίδα που επιβεβαίωνε μια θεωρία συνωμοσίας σαράντα χρόνων, με κυρτωμένους τους ώμους και τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα στα κάγκελα με ρώτησες «πού θα πας;» και αντί απάντησης σου αφηγήθηκα την ιστορία μιας γυναίκας που στη νεκρική της κλίνη φώναζε «ποια είναι η απάντηση;», κι όταν δεν έλαβε καμία, επέμενε να μάθει τουλάχιστον την ερώτηση.

Σου είχα ήδη πει για κείνη την άσεμνη γριά που ντυμένη νεανικά, σαν παλιοκόριτσο του σήμερα, καθημερινά αντιμετώπιζε ένα νέο είδος εκπληκτικής κατάθλιψης, αυτήν του εγκληματία που με άτριχα ροδαλά μάγουλα, χορτάρια στα μαλλιά και κουρελιασμένα ρούχα κάθε πρωί, λόγω χανγκόβερ, σκότωνε τον γαλατά απαγγέλλοντας από στήθους όσα είχε διαβάσει το προηγούμενο βράδυ στο λήμμα «φτηνό κρασί». Όταν τη συλλάβανε, είχε πια χάσει το δεξί της μάτι και ανέβηκε με κόπο σε μια αστυνομική κλούβα, αυτήν που είθισται να φιλοξενεί σε καιρό ειρήνης τους συγγραφείς βιβλίων γκουρμέ γαστρονομίας.

Όμως αυτό που ζούμε δεν είναι καιρός ειρήνης.

Το στρατόπεδο, όπου είχα γεννηθεί δεύτερη φορά, ήταν ένα πληκτικό μέρος. Επαιξα για λίγο στις τραμπάλες με έναν τραπεζίτη, γνωστό σπεκουλαδόρο, που κάπνιζε αφηρημένα και διέταξε τον υπηρέτη του να τον τυλίξει με μια στεγνή πετσέτα και να του πει χαμηλόφωνα κάποιο ερωτικό παραμύθι, για να τον αποκοιμίσει και να του φωτίσει τη σκοτεινή καρδιά, έτσι όπως κάνουν οι τυφλοί μάντεις αλλά και οι πολύ διάσημοι άνθρωποι που ταυτόχρονα είναι και πολύ μεγάλοι βλάκες.

Για να κερδίσεις χρόνο, μού είπες πως υπήρχαν δυο μουγγοί στην πόλη που ήταν πάντα μαζί, κακόκεφοι σαν βρώμικη καλοκαιρινή αναπνοή, και που ένιωσαν δέος όταν ανακάλυψαν το Εγχειρίδιο Κατασκευής του Μελλοντικού Ηλιοβασιλέματος δίπλα σε έναν υπόνομο σε έναν δρόμο του κέντρου, όπου κυρίως κατοικούσαν απόστρατοι βατραχάνθρωποι και κάτι βατράχια, δεινοί κολυμβητές, μοναδικά στο είδος τους, που ξεχύνονται στην επίθεση προς τη φλεγόμενη πόλη, από την οποία αποχώρησαν ακόμη και οι θεοί παλεύοντας μεταξύ τους μέσα στη νύχτα, κι ο ένας κατατρόπωνε τον άλλον με το χέρι στο εσώρουχο, για τα μάτια μιας ηλικιωμένης που χασμουριόταν ξυπόλητη και αγνάντευε τον ανέφελο ουρανό: είχε φιλέ στα λευκά μεταξένια της μαλλιά και ρωτούσε τους θεούς «Θέλετε να το κάνουμε;», όμως αυτοί την κοιτούσαν και δεν μπορούσαν να διακρίνουν το τέρας γιατί εκείνη τη μέρα είχε μια παράξενη παλίρροια στους υπονόμους.

Όταν συνάντησες αυτή τη γυναίκα -μου είπες- σου φάνηκε διανοούμενη και τη ρώτησες αν είχε καμιά χαρούμενη ανάμνηση από την παιδική της ηλικία και σου είπε πως παρότι τα προειδοποιητικά γράμματα έρχονταν καθημερινά στο ταχυδρομείο χωρίς αποστολείς και με άγνωστους παραλήπτες, διασκέδαζαν όλοι, χωρίς υποκρισία, με την επικείμενη έκθεση συγκριμένων πληθυσμών σε πρόωρο θάνατο, διότι αυτός έδινε την εντύπωση μιας τέχνης υψηλής, που την είχε διδαχθεί όταν νεαρή πρωτοτοποθετήθηκε στην υπηρεσία και έτρωγε το μεσημεριανό της πάντα στο γραφείο μέσα σε μια σιωπή που αφουγκραζόταν τον εαυτό της, φρικτή και απαίσια. Και κάθε καλοκαίρι, αυτή η ίδια ανασκουμπωνόταν για να πουλήσει θεωρίες για το τέλος του κόσμου, αλλά την ενοχλούσαν τα γαβγίσματα από τους πίνακες των σκυλιών που σκότωνε ο ζωγράφος, γιατί βγαίνανε όλα μαζί, σαν λυσσασμένη λιτανεία, στον κήπο αναζητώντας τροφή. Είχε κι έναν τυφλό αδερφό ο ζωγράφος, είχε χάσει την όρασή του, όχι μονομιάς, αλλά σαν αργό σβήσιμο όπως στις ταινίες, κάνοντας παζλ.

Οι καιροί δεν είχαν λογική και οι πόλεις είχαν μια χαρακτηριστική μυρωδιά όπως τη μέρα που ο  συγγραφέας ρωμαλέων αστυνομικών μυθιστορημάτων με ήρωες σκληρούς ντετέκτιβ και ηρωίδες μοιραίες γυναίκες, γόνους καλών οικογενειών, αυτοκτόνησε με μια σφαίρα κυνηγημένος από τις γριές θυγατέρες του Σατανά, ερινύες του υπονόμου, που μετά από τόσες ώρες περπάτημα βυθίζανε τα πόδια τους στην άμμο και κοιμούνταν γυμνές, βέβαιες πως ήξεραν ποιος είναι ο δολοφόνος αλλά κάθε φορά ξυπνούσαν κλαίγοντας τα χαράματα, ενθυμούμενες την πρώτη χαμένη τους μάχη, τη γέννηση σε μια πόλη όπου υπήρχαν πολλά βιβλιοπωλεία όπου συχνάζαν μόνον οι πολύ πλούσιοι, αυτοί που μπορούσαν, με τα λεφτά τους, να τα επινοήσουν όλα.  

Εχω πάει σε αυτήν την πόλη της ασημένιας σκόνης, σου είπα, μα δεν μου ταίριαζε πια, γιατί είχα χάσει την ευλογία του θεού. Και για αυτό, μόνο και μόνο γι’ αυτό, σε λίγο θα σε σκοτώσω. Αλλά, πριν απ’ αυτό, θα πούμε κι άλλες παράξενες ιστορίες.  

23 Ιαν 2022

η λεπτη διαφορα μεταξυ του "τζαμπα ονειρα" και του "δωρεαν ονειρα"

Στον υπνο μου βλεπω παλιους συντροφους απο την αναρχια, πραγμα περιεργο, καθως ουδεποτε υπηρξα αναρχικος, εχουν σπιτια διπλα στη θαλασσα, ετσι τα βγαζω περα, με προσκαλουν για φαγητο, ποτε ο ενας, ποτε ο άλλος, κοιμαμαι στο δωματιο των ξενων, στον καναπε ή και στρωματσαδα, ειμαι βολικος αλλωστε, μου δανειζουνε κανα ψιλο και κανα μπαφο φορ ολντ ταημζ σεηκ και συζηταμε "θυμασαιρεμαλακατοτεπου", κι οι γυναικες τους με συμπαθουν αλλα περισσοτερο νομιζω με λυπουνται, μου λενε για εσωτερικη διακοσμηση, γιογκα και πιλατες, μου προτεινουν βοτανα, ψυχοφαρμακα και αλοιφες για τις πληγες μου, θεατρικες παραστασεις που δεν θα δω, δισκους που δεν θα ακουσω και βιβλια που δεν θα διαβασω, κι οταν το ζευγαρι παει για υπνο στηνω αυτι να τους ακουσω που θα κανουν σεξ αλλά πριν απο αυτο (καποιες φορες) ή μετα απο αυτο (οχι συχνα) ή χωρις αυτο (συνηθως), ενιοτε δε και κατα τη διαρκεια του, ακουω να ψιθυριζουν "ειναι κριμα ο καημενος", και οταν ξυπναω στη μεση της νυχτας στο αναπαυτικο κρεβατι μου, τυλιγμενος στο φλις κουβερτακι μου, σηκωνομαι, βαζω μια ρομπα μεταξωτη, που μου μοιαζει λιγο, φτιαχνω εσπρεσο, περπαταω στο σπιτι και μετραω τα δωματια του σπιτιου σκεπτομενος να αλλαξω επιπλωση, ελεγχω τις κλειδαριες, τις καμερες και το συναγερμο, χαζευω τους δισκους και τα βιβλια και κατι πινακες ζωγραφικης που πηρα απο ματαιοδοξια, ελεγχω το στοκ απο τα ψυχοφαρμακα, και καταληγω στο παραθυρο να χαζευω τη θαλασσα περιμενοντας απλως να ξημερωσει

19 Σεπ 2021

Όλοι θέλουν θεληδοδείκτη

Με κυνηγάει ένας μπάτσος που σου μοιάζει, είπε ο συμπαθής χοντρούλης, που έτρεχε με το πιτόγυρο στο χέρι, στον 50αρη που έπινε ένα μπουκάλι τσόνυ την ημέρα ακούγοντας Μπραμς και δεν έχει κάνει το εμβόλιο, αναισθησιολόγος, παντρεμένος με παιδί, ο οποίος πιστεύει πως όσοι κάνουν ανασκαφές στη μύτη τους δεν βγάζουν απαραίτητα κάτι από μέσα, αλλά όλοι απαρέγκλιτα από αμηχανία τινάζουν στη συνέχεια το χέρι τους και κοιτάνε το δάχτυλο μπας και βρουν κάτι να το κάνουνε μπαλάκι για να παίξουνε ρακέτες στην παραλία μια πόλης όπου τα ζώα κλαίνε και τα τρένα δεν φτάνουνε ποτέ, αυτός φοράει ρούχα απ' την εποχή του πολέμου, κι αυτή του χτενίζει τα μαλλιά, αυτός μιλάει μόνος του κι αυτή δεν θυμάται το όνομά της, σήμερα και κάθε μέρα θα πεθάνουν πάλι, ειδικά όταν την ακούει να τραγουδά στο μπάνιο και νομίζει πως ακούει αγγέλους να τον καλούν, βλέπεις είναι θεοσεβούμενοι κι οι δυο, στο εστιατόριο φωνάζουν γκαρσόν είμαστε η παλαιά αριστοκρατία, αλλά έχουμε χαθεί, μην αντιμιλάς, νεαρέ, τι είναι όλη αυτή η τέχνη και η φασαρία στην εποχή μας, εποχή αβεβαιότητας αλλά και πληθώρας επιλογών για τον μετανεωτερικό άνθρωπο, με αποτέλεσμα ολο και συχνοτερα να ακουγεται η φράση "δεν ξερω τι θέλω" ή "δεν ξέρω τι να (πρωτο)διαλέξω", συναντάς λοιπόν ανθρώπους που δεν ξέρουν τι θέλουν ή που δεν μπορούν να διαλέξουν ανάμεσα στα τόσα που θελουν, γιατι κακά τα ψέματα δεν μπορεί κανείς να εχει ολα οσα θέλει, για αυτό είναι χρήσιμος ο θελεισοδείκτης που προσφέρει λυσεις και ανακουφιση απ' αυτη τη μαστιγα, λέω να πρωτοτυπήσω τώρα και να βάλω μία τελεία, μπα, όχι, μού προκαλούν αμηχανία οι τελείες, οι τέλειες και οι τέλειοι, η τελειότητα εν γένει με την απολυτότητα και την οριστικότητά της, βασικά βαριέμαι και τους τόνους, θα σταματήσω να βάζω, προκειται για μια υπερσυγχρονη συσκευη (για εμβολιασμενους και μη) με ειδικο τσιπακι συμβολικα σχεδιασμενη σε σχημα ΘΗΤΑ, φορητη, που σου δειχνει τι ειναι αυτο που θες - με τον ειδικα σχεδιασμενο αλγοριθμο, αλογοριθμο και αλογομυγα που διαθετει μπορει ειτε να ακουει ειτε να βλεπει οσα θες ή τις διαθεσιμες επιλογες και διαβαζοντας τις χημικες αντιδρασεις του εγκεφαλου σου στην εκαστοτε επιθυμια/επιλογη καταδεικνύει αυτό που θελεις περισσοτερο, με τις χρωματικες εναλλαγες που παιρνει η ιδια η συσκευη αναλογα με το ερεθισμα, απο το λευκο της αδιαφοριας στο κατακοκκινο της φλεγομενης επιθυμιας, τώρα θα ταίριαζε εδώ μια τέλεια τελεία αλλά πάνω απ' όλα το ατελές στιλ, οπότε συνεχίζω ως εξής: αυτη ομως ειναι μονο η μια λειτουργια του θελεισοδεικτη, το σταδιο αλφα, της καταδειξης της κυριαρχης επιθυμιας, με τη συσκευη θητα σε οριζοντια θεση, στο δε σταδιο βητα, η συσκευη θητα βρισκεται σε καθετη θεση, για την τελικη και οριστικη εγκριση της επιθυμιας: ο θελιδοδεικτης αξιολογει την επιθυμια και δινει την οριστικη εγκριση με ενα βελακι που αναβει προς τα πανω ή η την απορρίπτει με ενα βελακι προς τα κατω, με αυτον τον τροπο ο θεληδοδεικτης αποτελει τον απολυτο οδηγο ζωης για τον συγχρονο ανθρωπο, ενας ηλεκτρονικός λάηφ κόουτς που αποκαλύπτει τις πραγματικες επιθυμιες αλλα και προφυλάσσει απο αυτες εφοσον ετσι κρινει η συσκευη θέτοντας έτσι τελος στο βασανο των επιθυμιων, στην επιφαση των επιλογων και στο αλγος της ψευδους ελευθερης βουλησης που προσφερει στον ανθρωπο ο υστερος υστερικος καπιταλισμος, στάσου εδώ πρέπει οπωσδήποτε να μπει τελεία, άνω και κάτω μάλιστα, γιατί φτάσαμε επιτέλους στο τέλος: Το μονο προβλημα για την οριστικη κυκλοφορια στο εμπόριο αυτης της ρηξικελευθης και πρωτοποριακής συσκευης που θα αλλάξει τον κόσμο ειναι οτι δεν μπορουμε να καταληξουμε στην οριστικη της ονομασια: θεληδοδεικτης, θελεισοδεικτης ή εντελει κωλοδαχτυλο;

20 Αυγ 2021

τσακ! τσακ!
(ηχομιμητικόν, όχι Μπερι, όχι Πάλανιουκ, ίσως μόνον Νόρις)

Στον ουρανό απέναντι ακουγόταν κάποιος να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές του, αγκάθια πέφτανε χαλάζι σχηματίζοντας ακάνθινα στεφάνια στον αέρα, προτού προσγειωθούν σκάβοντας πληγές στο δέρμα του πλανήτη, που κάποτε ήταν έφηβος με ακμή και τώρα γέρος σε παρακμή, εγώ σκεφτόμουν πόσα δάχτυλα να 'χει άραγε αυτός ο γίγαντας που κόβει τα νύχια του μασουλώντας αδιάφορα κομμάτια από γειτονικά σύννεφα που είχαν γεύση σαντιγί, ή μήπως σαν τη γη, φτύνοντας κουκούτσια ανθρώπους που καθισμένοι στο συννεφάκι τους πετούσαν, ώσπου, έκπληκτοι και αφελείς, πέφτανε απ' αυτό περνώντας μέσα απ' τα ακάνθινα στεφάνια σαν εκπαιδευμένα ζώα του τσίρκου, και ποιος είσαι που θα τους κρίνεις ρε; κοιτάξου στον καθρέφτη! υπάκουος το έκανα, σαν εκπαιδευμένο ζώο του τσίρκου, σαν κακιά βασίλισσα και μάγισσα παραμυθιού, που προσλαμβάνει πληρωμένους δολοφόνους να ξεκάνουν τη Χιονάτη, τη Σταχτοπούτα, την Κοκκινοσκουφίτσα, τα Επτά Κατσικάκια (το Πάσχα), τους Επτά Νάνους κι όλους τους κακούς λύκους, αφήνοντας να ζήσουν μόνο τα τρία γουρουνάκια με στολή αστυνομικού, και είδα τον επίμονο γίγαντα κηπουρό με τον νυχοκόπτη κλαδευτήρι και ψίχουλα νεφών στα μούσια να ρεύεται, να πέρδεται, να ξύνει τα αρχίδια του και να αλλάζει στάση του σώματος (η δε γλώσσα του παρέμεινε ίδια, όπως και το ύφος του, επιτηδευμένα αινιγματικά και ανεξιχνίαστα) και τακτοποίησα καλύτερα τον πλανήτη στους ώμους μου, ουφ, δύσκολη και κουραστική κι η σημερινή μέρα, κάτσε να ξεφορτωθώ κανα-δυο νοματαίους ακόμα. 
Κι η συννεφόπτωση συνεχίστηκε, κι η βρόχα έπεφτε ράητθρου.  

17 Αυγ 2021

αστείος αστός


Εξαγριωμένοι οι χωρικοί είχαν μαζευτεί έξω απ' το σπίτι όπου φιλοξενούμουν προσωρινά για να με λυντσάρουν, προοπτική που δεν μου φαινόταν αρχικά και τόσο κακή, γιατί πάντα ήθελα να γίνω ταινία του Λυντς, μέχρι που είδα ότι κραδαίνανε απειλητικά μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, και το έγκλημα που είχα διαπράξει, μεταξύ πολλών άλλων, μη αναστρέψιμων, όπως το κακό χιούμορ, ήταν ότι είχα ξοδέψει όλο το ζεστό νερό γιατί είχα τη φριχτή συνήθεια να κάνω ντους μια φορά τη βδομάδα, δηλαδή εβδομαδιαίως μια φορά περισσότερο απ' αυτούς, και καθώς είδα την φασούλα και φοβούμενος μην με κάνουνε ανδριάντα στο μνημείο πεσόντων θαυμαστών του Πεσόα αποφάσισα να διαφύγω στο διπλανό χωριό που ήταν στην κυριολεξία στην απέναντι πλευρά του δρόμου και διέφυγα με τα πόδια, απλώς πέρασα απέναντι, τέσσερα βήματα μετρημένα, ενώ αυτοί τρέχαν να επιβιβαστούν σε αγροτικά, τζιπ, πειραγμένα μάζντα, πειραγμένα μηχανάκια, τρακτερ, αλωνιστικές μηχανές, και μπόρεσα να τους ξεφύγω τελικά γιατί αυτοί πηγαίνανε πιο γρήγορα από μένα και με προσπεράσανε χωρίς να μου δώσουνε σημασία, όπως όλοι στη ζωή που ζούσα πριν, και πεινούσα σαν βρέθηκα στο απέναντι χωριό, παρότι είχα προλάβει να φάω προτού μεσημεριάσει δύο κρουσαν γεμιστά με σοκολάτα, έναν ντάκο, γάλα με δημητριακά, μαύρη σοκολάτα και λιγότερη ζάχαρη, καθώς και τρία κομμάτια παστίτσιο με μια καυτερή πιπεριά και δύο διαφορετικά τυριά ποντιακής προελεύσεως που τ' αγοράσαμε τις προάλλες και είναι ιδιαιτέρως νόστιμα, δεν θυμάμαι πώς λέγονται για να σας τα προτείνω, πίσω στο γειτονικό χωριό, λοιπόν, όπου όλοι με κοροϊδεύαν σαν με είδαν να διασχίζω το δρόμο πεζός, που πας ρε μαλάκα χωρίς αυτοκίνητο ή μηχανάκι, τι σόι άντρας είσαι, μη μου πεις ότι δεν έχεις και τατού ρε σκατόφλωρε, δεν τόλμησα να πω ότι μισώ τα τατού, αν ήταν να ξεστομίσω κάτι τόσο προσβλητικό τουλάχιστον ας ήμουν φαγωμένος, και μπήκα στο τυροπιτάδικο που φαινόταν έτοιμο να κλείσει και ρώτησα μήπως προλαβαίνω πριν κλείσετε να πάρω μια τυρόπιτα κι ένα ζαμποκασέρι, κι ας ήταν και μπαγιάτικα, τι λέτε κυριέ μου, μπαγιάτικα εμείς ποτέ, και βάλανε μπρος τις μηχανές, ανοίγανε φύλλα, αρμέγανε κατσίκες και γελάδια, χτυπούσαν μαγιονέζες, αυγολέμονα, καμπάνες, διαδηλωτές, πρόσφυγες και μετανάστες, μα τι σκατά κάνετε αγανάκτησα, έτσι φτιάχνεις αυθεντική χωριάτικη τυρόπιτα, με αυτά τα υλικά, μου απάντησαν, όλοι το ξέρουν αυτό, μα δεν είναι ανάγκη να κάνετε τόσο κόπο για μένα επέμεινα, καθώς τους είδα να χτυπάνε πισώπλατα μια πόρτα που ποτέ δεν έκανε τίποτε σε κανέναν και πειθήνια άνοιγε και έκλεινε όποτε της το ζητούσαν, μα τι λέτε κύριε, σαν έρχεται ο αφέντης, κάθε του επιθυμία είναι διαταγή, και πήγα να τους πω ότι δεν ήμουν ο αφέντης, αλλά δεν γαμείς, πεινούσα πολύ, έβγαλα το σκασμό μέχρι που ήρθε ο Μέγας Ελεγκτής και με μαρτύρησε ότι ήμουν απατέωνας, και μου τυλίξανε άρον άρον ωμές την τυρόπιτα και το ζαμποκασέρι με μιαν έκφραση αηδίας και αγανάκτησης και δεν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ γιατί τους είδα να βγάζουν από την αποθήκη κάτι μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, κι αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φύγω, έπρεπε όμως να πληρώσω προτού με τσακώσουν και πληρώσω όλα μου τα εγκλήματα, αλλά ο χωριάτης μου είπε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ πιστωτική κάρτα και να βρω ρευστό και μετά μαλώσαμε για τα ρέστα και μου είπε ότι αν είμαι άντρας πρέπει να έχω μασούρι στην τσέπη και τέλος πάντων άν ήθελα λεφτά να πάω να ληστέψω κάνα παιδάκι στην πλατεία, μα δεν γίνονται αυτά τα πράγματα διαμαρτυρήθηκα, σε καταλαβαίνω μου είπε αυτός, έτσι ένιωσα και εγώ τις προάλλες, την ίδια αγανάκτηση, την ίδια απόγνωση σαν βρέθηκα πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ, και προτού καταλάβω τι καλά καλά συμβαίνει, ξύπνησα χοντρός και ιδρωμένος στο κρεβάτι μου στην πόλη και πεινούσα, έφαγα λίγο παστίτσιο ακόμη και τώρα λέω να ξανακοιμηθώ μπας και δω τι γίνεται παρακάτω.

11 Απρ 2021

ο χρόνος θα μπορούσε να είναι χρήμα

Χαχάνιζε ακούγοντας τους παρουσιαστές ενός ριάλιτι στην τηλεόραση να λένε τις αναμνήσεις τους, και σκέφτηκε πως το χάχανο της τηλεόρασης είναι ακρωνύμιο, Χ.Α.ΧΑ., χρηματιστήριο αξιών χάνων ρε παιδάκι μου, είτε χάνων, δηλαδή ψαριών που τσιμπάνε το δόλωμα, είτε ανθρώπων που τα έχουν χάσει (όλα, μεταφορικά και κυριολεκτικά), και που τέλος πάντων αυτό το χρηματιστήριο αξιών καταμετρά την επιτυχία του δολώματος που ρίχνει το σύστημα στην κοινωνία, και μετά σκέφτηκε ότι πολύ θα ήθελε να βγει στην τηλεόραση να πει κι αυτός τις αναμνήσεις του, αλλά ποιος να τον καλέσει αυτόν και για ποιες άξιες λόγου αναμνήσεις να μιλήσει; ωστόσο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ένα ριάλιτι αναμνήσεων, ένας Αναμνηστικός Διαγωνισμός, ο απόλυτος και απολύτως τελευταίος, πολύ προχωρημένος και κουλτουριάρικος, που κάθε επεισόδιο θα γυριζόταν από σπουδαίους σκηνοθέτες, απ’ τον Μπιρσίμ ως τον Ταρκόφσκι, και όπου κάθε πολίτης θα διαγωνιζόταν με τον άλλο σε επίπεδο αναμνήσεων, και θα έβγαινε ο καθένας ανά επεισόδιο και θα διηγούταν τις αναμνήσεις του και θα παρουσίαζε το σχετικό αρχειακό υλικό, φωτογραφίες παλιές από το μάησπέης και προσωπικά κειμήλια όπως ο πρώτος ιός που κατέστρεψε τον σκληρό του δίσκο, και μετά το κοινό θα αποφάσιζε ποιανού αναμνήσεις ήταν καλύτερες και κάπως έτσι θα δημιουργούταν μια καινούργια αγορά, αυτήν των αναμνήσεων, καθώς έτσι θα παρουσιαζόταν μια ευκαιρία για κατασκευή, εμπόριο, πώληση, αγορά, μεταπώληση και ανταλλαγή αναμνήσεων για κάθε φέρελπι παίχτη του Αναμνηστικού Διαγωνισμού, θα δημιουργούταν αναπόφευκτα και ένα Χρηματιστήριο Αξιών Αναμνήσεων, και εντέλει απολογισμού ζωής για τον καθένα.

Και όποιος θα ‘φευγε απ’ το ριάλιτι, το σύστημα θα έσβηνε τις αναμνήσεις του, μαζί και την ανάμνηση της ύπαρξής του.    


15 Μαρ 2021

395 λέξεις άλλων*

Πολύ πρωί στην έπαυλη στο βουνό, ήμασταν ακόμη γεμάτοι γκλίτερ από την περασμένη νύχτα, η ανατολή δεν ήταν η πιο τέλεια που είχαμε δει, αλλά, δεν βαριέσαι, μας ήταν αρκετή, κι όταν τα μάτια μας συνήθισαν το φως, είδαμε το κρασί στο φούρνο μικροκυμάτων, το πιστόλι στο τραπέζι, την παρέλαση των περιπλανώμενων αγγέλων που τραγουδούσαν θλιμμένοι ύμνους για τη νύχτα που είχε περάσει και στρατιώτες που πουλούσαν τσιγάρα εγκατεστημένοι κάπου κοντά στα αστέρια. Μέχρι τότε, τα μόνο αστέρια που είχε δει ήταν αυτά του σινεμά, παρότι δεν έπαιξε ποτέ της σε ταινία. Τα γόνατά της ήταν γεμάτα πληγές γιατί κάθε φορά, προτού πάρει τη δόση της, έλεγε γονατιστή μια προσευχή, ύστερα έφτιαχνε τόστ και τάιζε τους γλάρους, που περνούσαν τον καιρό τους μαλώνοντας για ψίχουλα (περίπου σαν τους ανθρώπους), τους κερνούσε ένα τσιγάρο μετά και χάπια αντιψυχωτικά. Εκείνο το καλοκαίρι δούλευα καθαριστής χαλιών σε ένα ξενοδοχείο που το στοίχειωνε το φάντασμα ενός ναύτη που τον είχανε δολοφονήσει για να του κλέψουνε το θησαυρό. Αυτή ζούσε τη ζωή δύο ανθρώπων (ή και παραπάνω) σε ένα κορμί. Από τη μια πουλούσε λογισμικό αύξησης της παραγωγικότητας σε εταιρίες, νοσοκομεία και κυβερνητικές υπηρεσίες, παρότι δεν εμπιστευόταν τους υπολογιστές που φτιάχνανε και πουλούσανε όνειρα, όπως και καθετί άλλο που δεν έδειχνε κατανόηση στην ανθρώπινη ροπή για υποταγή σε νεαρούς δισεκατομμυριούχους που φοράνε ροκ τισέρτ και στήνουν αγάλματα προς τιμήν του εαυτού τους και των έργων τους, και από την άλλη εκανε διαρκώς εμετό που τον κάλυπτε με πριονίδι και αστερόσκονη, λες και δεν θα την παίρναμε χαμπάρι, σε εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα πολυτελείας όπου κάθε σαββατοκύριακο συνέρρεαν τα πλήθη για να βιώσουν την ανάληψη στους ουρανούς. Με φίλησε υπό το βλέμμα των μπάτσων που μου προκαλούσαν νευρικότητα και οι οποίοι, αφού γκρέμισαν την πόρτα, αποφάνθηκαν πως όλο αυτό το αίμα αποκλείεται να προήλθε από μια απλή ρινορραγία, και των γιατρών που επέμεναν πως πρέπει να ακολουθήσω κατά γράμμα την θεραπευτική αγωγή και πως το μόνο που θέλουν είναι να με βοηθήσουν να πάρω τις σωστές αποφάσεις για την υγεία μου. Ύστερα μου είπε, σόρυ έχω μια πολύ σημαντική συνάντηση και έχω αργήσει, πρέπει να φύγω, τα λέμε άλλη φορά, και μπήκε μέχρι τη μέση στη θάλασσα. Γύρισε κοιτώντας την κάμερα με ορθάνοιχτα μάτια κι ύψωσε θριαμβευτικά το μεσαίο της δάχτυλο κι από τα νύχια της βγήκε καπνός που σχημάτισε παρουσιάσεις powerpoint και μιαν υπενθύμιση, ότι όντως η αγάπη θα μας κάνει κομμάτια. 
 
* σκόρπιες λέξεις, όλες κλεμμένες από το υπέροχο άλμπουμ open door policy των Hold steady

20 Φεβ 2021

Δαρβίνος, η εξέλιξη των χαζών λογοπαιγνίων

Ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε στην ΚΥΠ, κυπατζής στο τμήμα παρακολούθησης οπτικού ουτοπικού υλικού αλλά απολύθηκε γιατί αντί να βλέπει τα αντικείμενα, τα υποκείμενα και τα κατηγορούμενα παρακολούθησης, έβλεπε ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα ζωάκια, και δεν παρέλειπε να πατά το κουμπί skip ad, για να αποφύγει τη διαφήμιση, κι εντέλει απολύθηκε γι’ αυτό, άραγε ποιο απ’ τα δυο; την εργασιακή του αμέλεια ή μήπως λόγω του σκιπ αντ, υπομονή η αλήθεια είναι κοντά, και για να τον εκδικηθούν οι μυστικές υπηρεσίες τον προσλάβανε στη θυγατρική τους, τον διαφημιστικό κλάδο, ως Skipατζή, δηλαδή κάποιον που θα πληρωνόταν να βλέπει ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα τα ζωάκια, με την υποχρέωση να βλέπει ολόκληρες τις διαφημίσεις και μετά να σπεύδει skip βίντεο, μόλις ξεκινούσε το κανονικό βίντεο,  και επειδή χάζεψε από την πολλή διαφήμιση, κι έκανε διαρκώς ευτυχής χιχιχι, κατεληξε πίσω απ’ κάγκελα όχι της φυλακής, αλλά του ζωολογικού κήπου, ως χιμπατζής, διότι άμα τον βάζανε φυλακή, θα ήταν φυλπατζής, και τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει (ακόμα)

Εκεί (πού εκεί; μη μου πεις ότι δεν καταλαβαίνεις!) γνώρισε και τον τύπο που έτρωγε σουβλάκια, που μόλις είχε βγει απ’ το καζίνο, τι πιο φυσιολογικό από έναν ζωολογικό με πρώην κυπατζήδες νυν χιμπατζήδες σε κλουβιά στον προαύλιο χώρο ενός καζίνου που σερβίρει σουβλάκια, τραβάς τον μοχλό του κουλοχέρη σε σχήμα σουβλακίου και άμα κερδίσεις βρέχει σουβλάκια, και αντί για μάρκα ποντάρεις σουβλάκια, κι όλα αυτά γίνονταν εξαιτίας ενός ηλίθιου λογοπαιγνίου, που έκανε ένας άνθρωπος που έκανε ηλίθια αστεία, τι τρώνε ρε φίλε στα καζίνα; σουβlucky, για καλή επιτυχία, αστείο ε; χιχιχιχι, έκανε ο χιμπατζής, skip skip τι μαλακία είναι αυτή, φώναξε ο σκιπατζής, ενώ την ίδια στιγμή ο άοκνος κυπατζής παρακολουθούσε και κατέγραφε με την καμέρά του τα πάντα. 

13 Φεβ 2021

ο ενασανθρωποσπου

Ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε παρατατικά κάτι αοριστίες, απερίγραπτες παρελθοντολογίες, που ξεκινούσαν συχνά με τη φράση «ήταν ένας άνθρωπος που», χωρίς καμία άλλη περιγραφή, γενικώς απέφευγε τις περιγραφές (τις μεταγραφές, τι προγραφές, τις απογραφές, τις γραφές, αγίες και αμαρτωλές) γιατί δεν ήξερε πώς να τις κάνει, ήταν ο χειρότερος στις περιγραφές, σαν σπίκερ ποδοσφαίρου που περιγράφει καλλιτεχνικό πατινάζ, το οποίο σημαίνει ότι ο άνθρωπος που έγραφε δεν ήξερε καθόλου τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνον τον εαυτό του, δηλαδή ούτε κι αυτόν, είχε μείνει πολύ πίσω μεταξεταστέος στην πρώτη δημοτικού στο μάθημα της αυτογνωσίας, που είναι η μοναδική πραγματική πατριδογνωσία, διότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια, έτσι του είπαν κάποτε κι εντυπωσιάστηκε, αν και τα δικά του δεν θα καλοθυμόταν, για αυτό και δεν μπορούσε να τα περιγράψει, και κάπως έτσι, σαν τραύμα της παιδικής ηλικίας προέκυψε η αδυναμία του στις περιγραφές, εξ ανάγκης λοιπόν έγραφε γενικώς και αορίστως για «έναν άνθρωπο που», μέχρι που σκέφτηκε ότι έτσι υποσυνείδητα αποσκοπεί στο να ταυτιστεί ο κάθε αναγνώστης με τον «ενασανθρωσπου», δηλαδή με τον περιαυτολόγο, περιττολόγο, περιτωμματολόγο συγγραφέα, διότι χάριν της αοριστίας θα νιώσει πως αυτός ο ίδιος είναι ο «ενασανθρωσπου» και κατά συνέπεια έτσι, αν διαβαστούν αυτές οι αοριστολογίες απ’ όλον τον κόσμο, όλος ο κόσμος θα είναι ο ένασανθρωπουσπου, και άρα ο συγγραφέας, ο οποίος, όπως κάθε καλλιτέχνης μόνο με τον εαυτό του ασχολείται, δεν είναι και τόσο εγωκεντρικός εντέλει.

 


7 Φεβ 2021

ο άνθρωπος που αφού την άκουσε την είδε

Ήταν ένας εθισμένος στον ήχο που ήταν ηχολήπτης, δηλαδή λάμβανε ήχους, ταχυδρομικά απ’ όλον τον κόσμο, μέσα σε φακέλους, ήχους καθημερινούς αλλά και σπάνιους, ήχους εύθραυστους καλά τυλιγμένους με μπλίστερ, με τις φυσαλίδες ντε, που εννιά στους δέκα έχουν την τάση να τις σκάνε πατπατπατ, αλλά και ήχους βαριούς και ασήκωτους, βιομηχανικούς και μεταλλικούς μέσα σε τεράστια δέματα, και κάθε φορά είχε ένα έξης δίλημμα που ήταν το εξής, να ανοίξει τον φάκελο και ν’ ακουστεί ο ήχος, με κίνδυνο να μην ηχογραφηθεί και έτσι για πάντα να χαθεί, ή να κρατήσει τον φάκελο κλειστό, διατηρώντας τον ήχο για πάντα σφραγισμένο, ποτέ απελευθερωμένο,  με συνέπεια να μην ακουστεί ποτέ, καθιστώντας τον ήχο ανήκουστο, αρνούμενος έτσι στον ήχο την ίδια του την ύπαρξη, το έναν και μοναδικό του σκοπό, που είναι να ακούγεται, καθιστώντας τον μη-ήχο, άηχο, προφυλάσσοντας όμως έτσι τον κόσμο από ανεπιθύμητους ήχους, όπως του ρεψίματος, της κλανιάς, του κομπολογιού, του ταβλιού, των φρένων των λεωφορείων του ΟΑΣΘ, της τηλεόρασης, του κλιματιστικού, της ηλεκτρικής σκούπας, των εσεμές, των ρινγκτόουν, αλλά και στερώντας του υπέροχους ήχους όπως της φωνής της/του/των και του γέλιου της/τους/των, της σιγανής καλοκαιρινής βροχής, ακόμη και του τελευταίου χτυπήματος στην κιθάρα που γίνεται πηδώντας στον αέρα και χτυπώντας τις χορδές την κατάλληλη στιγμή, που ακόμη δεν έχω αποφασίσει αν αυτή η στιγμή είναι στην κορυφή του αλματος ή ακριβώς μόλις τα πόδια αγγίξουν τη γη,  και στη συνέχεια έγινε ο ηχολήπτης εγωιστής, δηλαδή άρχισε να ακούει τους ήχους μόνον αυτός, κρατώντας τους φακέλους κλειστους, αλλά με κάτι τεράστια ακουστικά σαν του γιατρού, στηθοσκόπια ντε, που αυτός τα έλεγε ηχοσκόπια, και μετά αποφάσισε να γίνει έμπορος των καλών ήχων,  να τους πουλά έναντι αδράς αμοιβής, και από ηχολήπτης κατήντησε παραλήπτης, δηλαδή λάμβανε ταχυδρομικά παράδες απ’ όλον τον κόσμο μέσα σε φακέλους. 

4 Φεβ 2021

η φαντασία στην εξουσία βλάπτει σοβαρά την υγεία

Ήταν ένας τύπος που είχε μπερδέψει την έννοια του φανταστικού, είχε ας πούμε κάτι φίλους, που ήταν οι καλύτεροι φίλοι που θα μπορούσε να έχει άνθρωπος, φανταστικοί ποιοτικά, μεταφορικά πώς το λέμε, αλλά αυτός ήταν πεπεισμένος ότι ήταν φανταστικοί κυριολεκτικά, αποκυήματα της φαντασίας του δηλαδή, και επειδή δεν ήθελε να έχει ψευδαισθήσεις, μια μέρα σταμάτησε να τους μιλά και άρχισε να τους αγνοεί, άλλωστε δεν υπήρχαν κυριολεκτικά, και όχι μεταφορικά,  και οι φίλοι του, αφού κάνανε και κάνανε υπομονή, ταπηροκρανιάστηκαν και γίνανε εχθροί του,  αλλά αυτόν δεν τον ένοιαξε γιατί ήταν πεπεισμένος πως και οι εχθροί του ήταν φανταστικοί, γεννήματα της φαντασίας του δηλαδή, και μετά αρρώστησε, και νόμισε πως ήταν κατά φαντασίαν ασθενής, ένεκα η αρρωστημένη φαντασία του, και κάπως έτσι τελείωσε η ζωή του, για την οποία ήταν πεπεισμένος ότι φανταστική κυριολεκτικά και μεταφορικά,  αλλά ήταν φανταστική ποιοτικά μόνο κατά φαντασίαν, κατά τ’ άλλα ήτο απολύτως πραγματική, άρα και βαρετή, όπως κι ο θάνατός του, που δεν είχε τίποτε φανταστικό, μεταφορικά και κυριολεκτικά,  ήταν απλώς αμετάκλητα οριστικός και αναξιοσημείωτος.