12 Ιουν 2025
Δεν αυτοκαταστράφηκα ακόμη
7 Μαΐ 2024
είναι πια αργά
Αντιλήφθηκε τον έρωτα της ξανθιάς για τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, δώρο του παππού του, που είχε μπουχτίσει από την Αμερική, όταν μικρό παιδί έβλεπε συχνά στην έρημο αυτοκίνητα να συνοδεύουν φέρετρα με παγωμένα μαλλιά, χρυσά και κρυστάλλινα, και να κάνουν στάση σε κακόφημα μπαρ στο χάιγουέη αριθμός τάδε, κλειστά την ημέρα, ανοιχτά μόνο τη νύχτα.
Και λίγο πριν το τέλος ενός ακόμη μακάβριου και πληκτικού χρόνου εξέτασης του πιστολέρο, κατά την οποία οι γιατροί παρατήρησαν κάτι πακέτα ξέχειλα από δάκρυα και ενοχές, αγόρασε ένα βιβλίο ταλαιπωρημένο, που έδειχνε έτοιμο να παραδώσει στην αστυνομία τον τελευταίο παγανιστή της γης, ο οποίος, τραγουδώντας απαλά, χωρίς σημάδια από πληγές, για τον μάγο και το λιοντάρι, επέπλεε στο πηγάδι φορώντας ένα μακρύ παλτό, δώρο κι αυτό του παππού του, που κι αυτός είχε μπουχτίσει με την Αμερική, σαν βραστή γαρίδα στο κατσαρόλι, μέσα από το οποίο αναδύθηκε ένας γέρος πιανίστας που σχεδόν χωρίς καμία αντίσταση έσπασε τον αντεστραμμένο καθρέφτη μιας γλώσσας με άγνωστες φθογγικές μεταβολές.
Τα νύχια του είχαν ένα τρομερό κόκκινο χρώμα σαν του νυχτερινού κηπουρού ύστερα από χρόνια σκληρής δουλειάς. Ξάπλωνε στο αχυρόστρωμα μες στη μιζέρια και μια σιωπή που ξεκούφαινε όλους όσοι είχαν ακούσει την ιστορία για τα νεκρά αγόρια που δημιουργούσαν διαλέκτους βγαλμένες από παλιά μιούζικαλ για τον μαθηματικό, που, όταν το αφεντικό ξεκλείδωνε την πόρτα του κελιού του, ζητούσε αυτόγραφο από το φεγγάρι, οι πολιτείες του οποίου έτειναν τις κιμωλίες τους προς τους αστυνομικούς, που ανέδιδαν μια χαρακτηριστική μυρωδιά έρωτα, κρασιού και μακρινής Αμερικής.
Σαν βλάκες ποθήσαμε τον απόλυτο έρωτα και λιώσαμε κανείς δεν ξέρει πόσα ζευγάρια αρβύλες στο μεγάλο πουθενά αναζητώντας τον, με την υγεία μας σε εξαιρετική κατάσταση παρόλη τη λάσπη και τα επεισόδια σε επανάληψη μιας κοκκινόμαυρης επανάστασης στην τηλεόραση.
Τίποτε δεν βρέθηκε ποτέ και πουθενά.
22 Απρ 2024
the great pretender
Το αποφάσισε ένα πρωί κρατώντας ένα βιβλίο του Κρασναχορκάι που δεν το διάβαζε γιατί στην πραγματικότητα χάζευε στο ίνσταγκραμ. Δεν του διέφευγαν οι αντικειμενικές δυσκολίες του εγχειρήματος. Πώς να πείσεις έναν Ντενίρο, έναν Πατσίνο ή έστω έναν Πολ Τζιαμάτι να δεχτεί το ρόλο; Εντέλει συμβιβάστηκε με έναν παντελώς άσημο άνεργο ηθοποιό που στο βιογραφικό του είχε να επιδείξει σχολικές παραστάσεις και κανά δυο κομπαρσιλίκια σε αυτές τις διαφημίσεις όπου χαρούμενοι άνθρωποι χόρευαν γύρω από ένα αναψυκτικό.
Εγώ θα είμαι η ζωή σου στο εξής, του ανακοίνωσε. Κάτσε να σου πω τα γεγονότα των τελευταίων 46 χρόνων. Οχι πολλα, όχι συγκλονιστικά. Δεν είμαι δύσκολος ρόλος. Λίγο μαλάκας μόνο. Ορίστε οι λογαριασμοί μου στα κοινωνικά δίκτυα, ορίστε η τηλεφωνική μου ατζέντα, ορίστε και οι ηχογραφημένες μου ψυχοθεραπείες. Η αμοιβή σου θα είναι ο βασικός μισθος, συν οδοιπορικά, μπόνους, δωρεές από τρίτα μέρη, ΈΣΠΑ, χορηγίες, φιλανθρωπίες και ό,τι άλλο μπορείς να εξασφαλίσεις. Θα είμαι αρχικά στο πλάι σου, αλλά το πλάνο είναι να αποσυρθώ τελείως από τη ζωή μου. Θέλω να παραιτηθω και τα υπόλοιπά μου χρόνια θα τα ζήσεις εσύ αντ’ εμού. Σύμφωνοι;
Σύμφωνοι.
Κι έτσι απλώς παραιτήθηκε από τη ζωή του, που την είχε βαρεθεί. Εκατσε σε μια καρέκλα σκηνοθέτη, ρουφούσε φραπέδες και παρακολουθούσε τον ηθοποιό να παίζει τη ζωή του. Δεν ήταν κακός. Φαινόταν να μπαίνει μέρα με τη μέρα στο πετσί του ρόλο, να δίνει μια πειστική ερμηνεία, να τον ενσαρκώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Λίγες φορές μόνο χρειάστηκε να παρέμβει και δώσει να κάποιες οδηγίες. Σύντομα δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε. Σηκώθηκε από την καρέκλα του σκηνοθέτη, άραξε στον καναπέ και απολάμβανε τη ζωή του σαν θεατρική παράσταση, παιγμένη από κάποιον άλλο. Δεν άργησε να έρθει η επιτυχία, καλλιτεχνική και οικονομική. Η αγάπη του κοινού, το χειροκρότημα, τα χρήματα –δεν ήταν όμως δέκτης τους ο ίδιος, ήταν αυτός παιγμένος από κάποιον άλλον. Πάρτυ, γυναίκες, γλέντια, κόκες, φωτορεπορτάζ, βραβεία. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν απολάμβανε αυτός. Ολα πήγαιναν στον ηθοποιό που έπαιζε στη δική του ζωή καλύτερα από τον ίδιον. Σύντομα τον έπνιγε η ζήλια. Στην τελική αυτός όριζε τη ζωή του, αυτός είχε βάλει τις βάσεις για την επιτυχία. Αυτός ήταν αφεντικό του εαυτού του και του ηθοποιού της σειράς που είχε το θράσος να παίζει τη ζωή του. Χωρίς δισταγμό, ανακοίνωσε στον ηθοποιό την απόλυσή του. Στην τελευταία του εμφάνιση, ο ηθοποιός επιδόθηκε σε έναν άνευ προηγουμένου και εκτός σεναρίου συγκλονιστικό μονόλογο καταγγέλλοντας την εργοδοσία, που αφού τον ξεζούμισε, το πετάει στην άκρη σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Αρνήθηκε να παραιτηθεί και ζήτησε στήριξη από το κοινό. Και το κοινό ανταποκρίθηκε. Οι διαμαρτυρίες και οι διαδηλώσεις ήταν κοσμοϊστορικές. Ουδείς ήθελε τον πραγματικό, όλοι προτιμούσαν τον ηθοποιό. Και οι μέρες περνούσαν. Δεν άντεχε άλλο να ζει στην αφάνεια. Ηθελε πίσω τη ζωή του, έτσι όπως την είχε κάνει καλύτερη ο ηθοποιός. Αλλά δεν μπορούσε να την έχει. Ή εγώ ή κανένας, αποφάσισε. Και τα έκανε όλα λίγο βιαστικά, γιατί κατουριόταν: σκότωσε τον ηθοποιό και στη συνέχεια αυτοκτόνησε.
Καλλιτεχνική αυτοκτονία, έγραψαν τις επόμενες μέρες στις εφημερίδες.
14 Ιαν 2024
η υποθεση των χαμενων κορμιων
27 Σεπ 2023
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ; ΟΧΙ! Τον ζύθον ημών τον επιούσιον
Πίνω πολλή μπίρα, καθώς προείπα, αλλά αυτό, προφανώς, δεν αρκεί για να με κάνει Χριστό, ούτε καν Αντίχριστο. Ενδεχομένως η μπίρα κι ο παλιοχαρακτήρας μου να με καθιστούν άχρηστο (όπως με φώναζε χαϊδευτικά η μάνα μου), εντούτοις δεν είναι ώρα τώρα για ψυχανάλυση αλλά για σοβαρή βιβλιοκριτική: Το βιβλίο γαμεί, να το διαβάσετε. Κι αυτή είναι όλη κι όλη η εμπεριστατωμένη κριτική μου. Κάπου κάποιο άλλο άτομο μπορεί να γράψει σχετικά κάτι καλύτερο, πιο ολοκληρωμένο, πιο λογοτεχνικό, πιο βαθυστόχαστο, πιο ουσιαστικό.
Το πιθανότερο, βέβαια και δυστυχώς και στην καλυτέρα των περιπτώσεων, είναι κάποιος επώνυμος βιβλιοκριτικός, κάποιο δημοσιογραφικό Χερουβείμ, να αρκεστεί να κάνει κόπυ πέη(στ) την υπόθεση του βιβλίου από το οπισθόφυλλο, που συνιστά θανάσιμο αμάρτημα απ' αυτά που σου διασφαλίζουν μια θέση στην κόλαση μαζί με όσους παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους.
Εγώ από το ανίερο βήμα αυτό θα αρκεστώ να απευθυνθώ στον καημένο τον Νίκο τον Παραθθύρη, ιερέα στην Κορνουάλη, ο οποίος, σύμφωνα με πρόσφατη είδηση, ακούει τα σχολιανά του ο καημένος από τους πιστούς του, γιατί, αποφάσισε να σερβίρει μπίρα μέσα στον ιερό ναό προκειμένου να προσελκύσει περισσότερο κόσμο στην εκκλησία. Λες και δεν είναι παράδοση οι μοναστηριακές μπίρες, λες και δεν έχει ξανασυμβεί κάτι αντίστοιχο στο Βέλγιο το 2017 (με ένα πρόχειρο γκουγκλάρισμα).
Παπα-Παραθθύρη, κουράγιο φίλε. Κι άμα στα πρήζουν οι πιστοί, αντί για κάνα χωρίο του Ευαγγελίου, διάβασέ τους αυτό από το “Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπίρα”:
“Το ποτό που έπιναν στον γεωγραφικό χώρο όπου κατοικούσε ο Χριστός ήταν η μπίρα. Το κρασί ήταν το ποτό των Ρωμαίων, των εισβολέων. Ο Χριστός δεν θα έπινε το ποτό των πλουσίων, αλλά θα έπινε ό,τι και οι φτωχοί, οι πουτάνες, οι αμαρτωλοί. Και αυτό ήταν η μπίρα, ένα λαϊκό σύμβολο”.
Σε περίπτωση που δεν
είναι σαφές, να το ξαναπώ: το βιβλίο
πολυγαμεί και καραδέρνει. Έχει τα πάντα: φολκλόρ, ψυχολογικά τραύματα, μοναξιές, βουκολικούς έρωτες, θεολογία, επιστήμη, απίθανους χαρακτήρες: στριπτιζουδες, αφρικανούς μάγους, ινδούς μυστικιστές, καθολικούς μαζοχιστές ιερείς που τους αρέσουν τα κωλομπατσάκια, κωλόμπατσους (απαραίτητοι), καουμπόηδες κι ενα ευφάνταστο στα όρια της γελοιότητας σχέδιο μετατροπής ενός πορτογαλικού χωριού σε Αγίους Τόπους. Σκέτη απόλαυση, λέμε.
Αυτό θα
πει εμβρίθεια στην κριτική ανάλυση.
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ; ΟΧΙ! Αμερικανική αγωγή και οι χαρές της λαθρακρόασης
Ας πούμε είκοσι μέρες πριν, δεν έχει σημασία, στο μπαρ που σερβίρει τα 72 διαφορετικά κοκτέιλ και όπου σαν πεισματάρηδες γεροξούρηδες εγώ κι ο Δ επιμένουμε να πίνουμε μόνο μπίρες.
Καθόμαστε. Ενας ανόρεχτος, ένας ορεξάτος. Πήρε ένα βιβλίο. Μου λέει ποιο. Τον κατακεραυνώνω για την επιλογή του. Καλά ρε μαλάκα, τα εναλλαχτικά μπεστσέλε πας και παίρνεις, τι είσαι ρε κάνας λογοτεχνικός φασαίος, τι είναι φασαίος; με ρωτάει, χίπστερ της λογοτεχνίας ασπούμε, του λέω (ψιλολανθασμένα, δεν έχει σημασία, δεν το ξέρει ότι κάνω λάθος γιατί έτσι με βολεύει, άλλωστε στην εποχή μας όλες οι έννοιες ορίζονται και επανακαθορίζονται κατά το δοκούν και καταπώς μας βολεύει την εκάστοτε στιγμή).
Είμαι απατεώνας. Αλήθεια. Συνηθίζω να μιλάω με πολλή σιγουριά και απαξιωτικά για πράγματα που δεν ξέρω παριστάνοντας τον ειδήμονα. Αλλά μόνο σε πολύ φιλικούς κύκλους (τι κύκλους δηλαδή, οι φίλοι μου είναι λιγότεροι και από τα δάχτυλα που απαιτούνται για να κάνεις το σήμα της νίκης, τέλος πάντων). Ξέρω ότι μπορώ ανά πάσα στιγμή σε αυτόν τον στενό κύκλο να αναθεωρήσω τη γνώμη μου, να την απαρνηθώ, να πω εν ολίγοις ό,τι μου καβλώσει και να μην παρεξηγηθώ. Απορώ γιατί.
Την Αμερικανική Αγωγή
του Λέρνερ (εκδ. Δώμα) είχε πάρει ο φίλος.
Τον κορόιδεψα τόσο (δεν ξέρω γιατί, ίσως
ήταν οι μπίρες, ίσως τα ξηροκάρπια που
σίγουρα θα μου προκαλούσαν στομαχόπονο...)
που του γάμησα την ανάγνωση.
Δεν του
αρέσει το βιβλίο, με ενημέρωσε τις
επόμενες μέρες. Εντέλει μου το χάρισε.
Δεν με χάλασε.
Το διαβασα. Μου άρεσε πολύ. Δεν έχει σημασία.
Φάστφόργουο τώρα, από τις είκοσι μέρες πριν, στην περασμένη Κυριακή που δευτεροψηφίζαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Στο ίδιο μπαρ. Πάλι μπίρες. Ανόρεχτες πολύ.
Τον κατακεραυνώνω: Καλά ρε μαλάκα, γιατί δεν σου άρεσε η Αμερικανική Αγωγή; Πρόκειται περί βιβλιάρας! Φοβερή γραφή, φοβερή πολυπρόσωπη αφήγηση. Και τι εύστοχο σχόλιο περί τραμπισμού ε;
Με κοίταξε σαν (να ήμουν) μαλάκας (είμαι, δεν είναι). Δεν μίλησε. Ή κι αν μίλησε, κι αν δικαιολογήθηκε, κι αν επιχειρηματολόγησε, κι αν με έβρισε, δεν τον άκουσα. Διότι η προσοχή μου ήταν ήδη στραμμένη αλλού.
Περίμενα τα πρώτα αποτελέσματα των εκλογών στο ΣΥΡΙΖΑ, όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί ήθελα να δω τις αντιδράσεις της παρέας στο διπλανό τραπέζι, των οποίων τη συζήτηση κρυφάκουγα όταν δεν κατακεραύνωνα τον φίλο μου περί Αμερικανικής Αγωγής (απορώ καμιά φορά γιατί με κάνει παρέα...). Με αρέσει να κρυφακούω, τη βρίσκω, κρυφακούω συχνά, όχι παντα επιτυχημένα, ίσως επειδή έχω τρίχες στα αυτιά.
Είχανε όλοι ψηφίσει. Αυτοί στο διπλανό τραπέζι. Κάποιοι τον ένα, άλλοι την άλλην. Δεν λέω τα ονόματα των δύο υποψηφίων, δεν θέλω να κάνω κλικμπέητ ή να πλακώσουν οι συριζοκαβγάδες εδώ πέρα... Πάντως είχε γίνει εμφανές πως όσοι ψήφισαν αυτόν που εντέλει κέρδισε τον ψήφισαν κυρίως γιατι η άλλη (και οποιοδήποτε απ' τα παλιά στελέχη) δεν μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Δεν τους ενδιέφερε η Αριστερά, η πολιτική, το πρόγραμμα ή οτιδήποτε άλλο: απλώς πιστεύανε ότι με αυτόν, που τελικά κέρδισε, το κόμμα τους θα επανέλθει στην εξουσία.
Οκ, τίμιο (ασπούμε), σκέφτηκα.
Διαφωνώ όμως. Μάλλον. Τι σημασία έχει
άλλωστε τι πιστεύω εγώ;
Πληρώσαμε,
φύγαμε.
Την άλλη μέρα με πονούσε το στομάχι. Μάλλον από τα ξηροκάρπια.
Διάβασα και αναλύσεις στο ίντερνετ. Συχνά διαβάζω πράγματα στο ίντερνετ χωρίς να με ενδιαφέρουν: ζώδια, γκόσιπ, αθλητικά, στήλες ευζωίας και εσωκομματικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ.
Πολλές αναλύσεις, επικριτικές προς τον νικητή των εκλογών, κάνανε παραλληλισμούς του νικητή με τον Ντόναλντ Τραμπ, μιλούσαν για τραμπισμό.
Ανάφερα αυτό το γεγονός στον φίλο μου, που δεν του άρεσε η Αμερικανική αγωγή, αυτό το βιβλίο-εύστοχο σχόλιο περί τραμπισμού.
Να μου το φέρεις πίσω το βιβλίο, μ' είπε. Θέλω να το ξαναδιαβάσω.
Ε, τι να κάνω κι εγώ; του το πήγα γιατί πάνω απ' όλα είμαι ένας καλός και στοργικός φίλος.
23 Ιουλ 2023
Διακοσιες τοσες λεξεις απο τις δυο πρωτες σελιδες του Φράνκεστάιν
Ολη μέρα κάθομαι και κοιτάω τα ρολόγια να γυρνούν, τους δείκτες να κάνουν πιρουέτες, να προσγειώνονται και να βουλιάζουν στο πεζοδρόμιο, όπου στέκεσαι με μια μπίρα στο χέρι και μου λες κάτι ανησυχητικό για μια γάτα που τη συνέλαβαν με μια βόμβα οι μπάτσοι στη Χαβάη. Ας σιωπήσουμε για λίγο, σου λέω, κι ας κοιταξουμε τα αεροπλάνα που έχω πάντα πρόχειρα στην τσέπη, ειδικά για περιστάσεις σαν αυτήν, που απαιτούν μιαν αλήθεια που δεν ξέρω πώς να την εκφράσω, λες εντάξει και μένεις ξαπλωμένη στον καναπέ για κάναν χρόνο, σαν αφίσα ταινίας της δεκαετίας του ΄70 ή σαν φωτογραφία ουρανοξύστη σε γκλάμορους ενυδρείο, μιλώντας με έφηβους καρχαρίες στο τηλέφωνο να τους προειδοποιείς ότι είναι καλύτερα να φύγουν και να μη σκέφτονται οπισθοδρομικά και ότι είναι καλύτερα να θάβουν τα ναρκωτικά και τα κλάματα στην παραλία.
Κι ύστερα από μισό όνειρο συνέρχεσαι, όσο μελό κι αν ακούγεται, ξανάρχεσαι σαν τις χιονοστιβάδες που μας εγκλώβισαν κάποτε στο πλυντήριο αυτοκινήτων, να πίνουμε το ένα ποτέ μετά το άλλο, λέγοντας ότι ποτό δεν βρήκαμε στα μηχανήματα ούτε στα μαλλιά σου, και στεκόμαστε δίπλα στη θάλασσα βγάζοντας θαλάσσιους ήχους προς τον γαλάζιο ουρανό που μας έχει γαμήσει τον εγκέφαλο, διότι οι μαγνήτες τρελαίνουν τις μηχανές και μας δίνουν μια προαίσθηση του μέλλοντος, σαν τα καρτούν στην τηλεόραση και τις καλοκαιρινές σειρήνες. Δεν θέλω άλλο ηλεκτρισμό, ούτε και πάγο, ζορίζομαι για να μην κλάψω κι εσύ εντυπωσιάζεσαι απ' αυτό και δεν με ακούς, παρότι δεν έχω και τίποτε της προκοπής να πω.
23 Ιουν 2023
Το τίμημα της προόδου
31 Ιουλ 2022
234 λέξεις από το Κοιμήσου Τερατάκι*
Δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι τη μέρα του θανάτου μου, κανείς άλλος δεν θα είναι εκεί, παρά μόνον εσύ, ο τελευταίος αποχαιρετισμός, κι οι αποχαιρετισμοί μας πάντα κρατάνε πολύ, θα έχω φτιαχτεί τόσο πολύ που θα βλέπω τις καλύτερές σου φίλες στην πισίνα, γυμνές, να μας προσκαλούν σε όργιο, κι εσύ θα μου λες κοιμόσουν για μέρες, αλήθεια, πώς το κάνεις αυτό, κι άραγε θα προλάβω να σου διηγηθώ τα περίεργα όνειρά μου για τα ακουμπισμένα τακούνια σου στον τοίχο και τους ανώνυμους ευνούχους να τραγουδούν τραγούδια του '80 κρεμασμένοι από τα δέντρα; Απέτυχα να με ερωτευτείς έστω για λίγο τότε που βουτούσες σε ποτάμια κάτω από αθώους ουρανούς, ίσως γιατί άνθρωποι σαν και σένα πατούν γερά στη γη, γεμίζουν και αδειάζουν τα ποτήρια τους και προσαρμόζουν την πραγματικότητα στα μέτρα τους όσο εγώ σκέφτομαι μόνον πράγματα άχρηστα και ονειροπολώ με το κεφάλι χωμένο μέσα στα ηχεία που παίζουν πολύ δυνατά τραγούδια για μοναχικούς νεκρούς κομπάρσους της ιστορίας και κρύβω το χόρτο δίπλα στο κρεβάτι, το προτιμώ από το αλκοόλ που με κάνει λιγάκι επιθετικό, αλλά δεν βρίσκω αναπτήρα πουθενά και τα έχω πάρει στην κράνα, την ημέρα, λοιπόν, που θα πεθάνω, θα με κοιτάς όπως κοιτάς τα σκουλήκια του εργαστηρίου, ένα αντικείμενο προς έρευνα και μελέτη, άλλωστε δεν είμαστε και τόσο δεμένοι, είπες, κι εγώ διαβάζω ξανά και ξανά αυτές τις γραμμές στις 5 το πρωί, τρελαίνομαι πιστεύω, αλλά μπορεί και όχι τελικά.
* όλες οι λέξεις κλεμμένες από το Σλιπ Γουέλ Μπιστ των Νάσιοναλ
7 Μαΐ 2022
εισαγωγικό πείρα(γ)μα
23 Ιαν 2022
η λεπτη διαφορα μεταξυ του "τζαμπα ονειρα" και του "δωρεαν ονειρα"
19 Σεπ 2021
Όλοι θέλουν θεληδοδείκτη
20 Αυγ 2021
τσακ! τσακ!
(ηχομιμητικόν, όχι Μπερι, όχι Πάλανιουκ, ίσως μόνον Νόρις)
17 Αυγ 2021
αστείος αστός
Εξαγριωμένοι οι χωρικοί είχαν μαζευτεί έξω απ' το σπίτι όπου φιλοξενούμουν προσωρινά για να με λυντσάρουν, προοπτική που δεν μου φαινόταν αρχικά και τόσο κακή, γιατί πάντα ήθελα να γίνω ταινία του Λυντς, μέχρι που είδα ότι κραδαίνανε απειλητικά μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, και το έγκλημα που είχα διαπράξει, μεταξύ πολλών άλλων, μη αναστρέψιμων, όπως το κακό χιούμορ, ήταν ότι είχα ξοδέψει όλο το ζεστό νερό γιατί είχα τη φριχτή συνήθεια να κάνω ντους μια φορά τη βδομάδα, δηλαδή εβδομαδιαίως μια φορά περισσότερο απ' αυτούς, και καθώς είδα την φασούλα και φοβούμενος μην με κάνουνε ανδριάντα στο μνημείο πεσόντων θαυμαστών του Πεσόα αποφάσισα να διαφύγω στο διπλανό χωριό που ήταν στην κυριολεξία στην απέναντι πλευρά του δρόμου και διέφυγα με τα πόδια, απλώς πέρασα απέναντι, τέσσερα βήματα μετρημένα, ενώ αυτοί τρέχαν να επιβιβαστούν σε αγροτικά, τζιπ, πειραγμένα μάζντα, πειραγμένα μηχανάκια, τρακτερ, αλωνιστικές μηχανές, και μπόρεσα να τους ξεφύγω τελικά γιατί αυτοί πηγαίνανε πιο γρήγορα από μένα και με προσπεράσανε χωρίς να μου δώσουνε σημασία, όπως όλοι στη ζωή που ζούσα πριν, και πεινούσα σαν βρέθηκα στο απέναντι χωριό, παρότι είχα προλάβει να φάω προτού μεσημεριάσει δύο κρουσαν γεμιστά με σοκολάτα, έναν ντάκο, γάλα με δημητριακά, μαύρη σοκολάτα και λιγότερη ζάχαρη, καθώς και τρία κομμάτια παστίτσιο με μια καυτερή πιπεριά και δύο διαφορετικά τυριά ποντιακής προελεύσεως που τ' αγοράσαμε τις προάλλες και είναι ιδιαιτέρως νόστιμα, δεν θυμάμαι πώς λέγονται για να σας τα προτείνω, πίσω στο γειτονικό χωριό, λοιπόν, όπου όλοι με κοροϊδεύαν σαν με είδαν να διασχίζω το δρόμο πεζός, που πας ρε μαλάκα χωρίς αυτοκίνητο ή μηχανάκι, τι σόι άντρας είσαι, μη μου πεις ότι δεν έχεις και τατού ρε σκατόφλωρε, δεν τόλμησα να πω ότι μισώ τα τατού, αν ήταν να ξεστομίσω κάτι τόσο προσβλητικό τουλάχιστον ας ήμουν φαγωμένος, και μπήκα στο τυροπιτάδικο που φαινόταν έτοιμο να κλείσει και ρώτησα μήπως προλαβαίνω πριν κλείσετε να πάρω μια τυρόπιτα κι ένα ζαμποκασέρι, κι ας ήταν και μπαγιάτικα, τι λέτε κυριέ μου, μπαγιάτικα εμείς ποτέ, και βάλανε μπρος τις μηχανές, ανοίγανε φύλλα, αρμέγανε κατσίκες και γελάδια, χτυπούσαν μαγιονέζες, αυγολέμονα, καμπάνες, διαδηλωτές, πρόσφυγες και μετανάστες, μα τι σκατά κάνετε αγανάκτησα, έτσι φτιάχνεις αυθεντική χωριάτικη τυρόπιτα, με αυτά τα υλικά, μου απάντησαν, όλοι το ξέρουν αυτό, μα δεν είναι ανάγκη να κάνετε τόσο κόπο για μένα επέμεινα, καθώς τους είδα να χτυπάνε πισώπλατα μια πόρτα που ποτέ δεν έκανε τίποτε σε κανέναν και πειθήνια άνοιγε και έκλεινε όποτε της το ζητούσαν, μα τι λέτε κύριε, σαν έρχεται ο αφέντης, κάθε του επιθυμία είναι διαταγή, και πήγα να τους πω ότι δεν ήμουν ο αφέντης, αλλά δεν γαμείς, πεινούσα πολύ, έβγαλα το σκασμό μέχρι που ήρθε ο Μέγας Ελεγκτής και με μαρτύρησε ότι ήμουν απατέωνας, και μου τυλίξανε άρον άρον ωμές την τυρόπιτα και το ζαμποκασέρι με μιαν έκφραση αηδίας και αγανάκτησης και δεν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ γιατί τους είδα να βγάζουν από την αποθήκη κάτι μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, κι αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φύγω, έπρεπε όμως να πληρώσω προτού με τσακώσουν και πληρώσω όλα μου τα εγκλήματα, αλλά ο χωριάτης μου είπε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ πιστωτική κάρτα και να βρω ρευστό και μετά μαλώσαμε για τα ρέστα και μου είπε ότι αν είμαι άντρας πρέπει να έχω μασούρι στην τσέπη και τέλος πάντων άν ήθελα λεφτά να πάω να ληστέψω κάνα παιδάκι στην πλατεία, μα δεν γίνονται αυτά τα πράγματα διαμαρτυρήθηκα, σε καταλαβαίνω μου είπε αυτός, έτσι ένιωσα και εγώ τις προάλλες, την ίδια αγανάκτηση, την ίδια απόγνωση σαν βρέθηκα πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ, και προτού καταλάβω τι καλά καλά συμβαίνει, ξύπνησα χοντρός και ιδρωμένος στο κρεβάτι μου στην πόλη και πεινούσα, έφαγα λίγο παστίτσιο ακόμη και τώρα λέω να ξανακοιμηθώ μπας και δω τι γίνεται παρακάτω.
11 Απρ 2021
ο χρόνος θα μπορούσε να είναι χρήμα
Χαχάνιζε ακούγοντας τους παρουσιαστές ενός ριάλιτι στην τηλεόραση να λένε τις αναμνήσεις τους, και σκέφτηκε πως το χάχανο της τηλεόρασης είναι ακρωνύμιο, Χ.Α.ΧΑ., χρηματιστήριο αξιών χάνων ρε παιδάκι μου, είτε χάνων, δηλαδή ψαριών που τσιμπάνε το δόλωμα, είτε ανθρώπων που τα έχουν χάσει (όλα, μεταφορικά και κυριολεκτικά), και που τέλος πάντων αυτό το χρηματιστήριο αξιών καταμετρά την επιτυχία του δολώματος που ρίχνει το σύστημα στην κοινωνία, και μετά σκέφτηκε ότι πολύ θα ήθελε να βγει στην τηλεόραση να πει κι αυτός τις αναμνήσεις του, αλλά ποιος να τον καλέσει αυτόν και για ποιες άξιες λόγου αναμνήσεις να μιλήσει; ωστόσο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ένα ριάλιτι αναμνήσεων, ένας Αναμνηστικός Διαγωνισμός, ο απόλυτος και απολύτως τελευταίος, πολύ προχωρημένος και κουλτουριάρικος, που κάθε επεισόδιο θα γυριζόταν από σπουδαίους σκηνοθέτες, απ’ τον Μπιρσίμ ως τον Ταρκόφσκι, και όπου κάθε πολίτης θα διαγωνιζόταν με τον άλλο σε επίπεδο αναμνήσεων, και θα έβγαινε ο καθένας ανά επεισόδιο και θα διηγούταν τις αναμνήσεις του και θα παρουσίαζε το σχετικό αρχειακό υλικό, φωτογραφίες παλιές από το μάησπέης και προσωπικά κειμήλια όπως ο πρώτος ιός που κατέστρεψε τον σκληρό του δίσκο, και μετά το κοινό θα αποφάσιζε ποιανού αναμνήσεις ήταν καλύτερες και κάπως έτσι θα δημιουργούταν μια καινούργια αγορά, αυτήν των αναμνήσεων, καθώς έτσι θα παρουσιαζόταν μια ευκαιρία για κατασκευή, εμπόριο, πώληση, αγορά, μεταπώληση και ανταλλαγή αναμνήσεων για κάθε φέρελπι παίχτη του Αναμνηστικού Διαγωνισμού, θα δημιουργούταν αναπόφευκτα και ένα Χρηματιστήριο Αξιών Αναμνήσεων, και εντέλει απολογισμού ζωής για τον καθένα.
Και όποιος θα ‘φευγε απ’ το ριάλιτι, το σύστημα θα έσβηνε τις αναμνήσεις του, μαζί και την ανάμνηση της ύπαρξής του.